Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: Η νέα γεωπολιτική δοκιμασία στην Ανατολική Μεσόγειο
Great Sea Interconnector: Ενέργεια, Τουρκία και η νέα στρατηγική εξίσωση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το Great Sea Interconnector δεν μεταβάλλει από μόνο του το νομικό ή κυριαρχικό καθεστώς στην Ανατολική Μεσόγειο ούτε δημιουργεί συγκυριαρχία. Η σημασία του βρίσκεται στο ότι δημιουργεί μια ευρωπαϊκή ενεργειακή διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, με δυνητική επέκταση προς το Ισραήλ, σε μια περιοχή όπου η Τουρκία αμφισβητεί το υφιστάμενο γεωπολιτικό και θαλάσσιο status quo.
Η συμμετοχή διεθνών επενδυτών, όπως η Meridiam, δεν αποτελεί από μόνη της ούτε απειλή ούτε εγγύηση. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η εταιρική διακυβέρνηση, η κρατική εποπτεία και η δυνατότητα διασφάλισης της λειτουργίας και προστασίας της υποδομής σε συνθήκες κρίσης.
Ο πραγματικός στρατηγικός κίνδυνος δεν είναι η απώλεια κυριαρχίας, αλλά η δημιουργία μιας de facto δυνατότητας παρεμπόδισης, εάν η γεωπολιτική πίεση καταστήσει δυνατή την πρακτική επιρροή στην υλοποίηση ή τη λειτουργία στρατηγικών υποδομών. Η ελληνική απάντηση πρέπει επομένως να στηρίζεται στο διεθνές δίκαιο, την ευρωπαϊκή θεσμική στήριξη, τον συντονισμό με την Κυπριακή Δημοκρατία, τη διαφάνεια στη διακυβέρνηση, την επιχειρησιακή ανθεκτικότητα και την αξιόπιστη αποτροπή.
Το γεωπολιτικό πλαίσιο
Η γεωπολιτική σημασία του έργου προκύπτει από τη σύγκλιση τεσσάρων παραμέτρων: της ενεργειακής διασύνδεσης της Κύπρου με την Ευρώπη, της στρατηγικής θέσης της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, της προοπτικής σύνδεσης με το Ισραήλ και του ανταγωνισμού για τις υποδομές και τις θαλάσσιες ζώνες της περιοχής.
Η διασύνδεση Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας, με προοπτική επέκτασης προς το Ισραήλ, συνδέεται με την ενεργειακή ασφάλεια, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την προστασία κρίσιμων υποδομών και τη συμμετοχή διεθνών κεφαλαίων.
Η δημόσια συζήτηση έχει συχνά εγκλωβιστεί ανάμεσα σε δύο υπερβολές. Η μία αντιμετωπίζει το έργο σχεδόν αποκλειστικά ως γεωπολιτική επιτυχία. Η άλλη θεωρεί ότι η συμμετοχή ξένου επενδυτή, και ειδικότερα της Meridiam, μπορεί να αποτελέσει «κερκόπορτα» για την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Καμία από τις δύο προσεγγίσεις δεν επαρκεί. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Μπορεί μια στρατηγική ενεργειακή υποδομή να κατασκευαστεί, να λειτουργήσει και να προστατευθεί σε ένα αμφισβητούμενο γεωπολιτικό περιβάλλον χωρίς να δημιουργήσει εξαρτήσεις ή de facto δυνατότητα παρεμπόδισης από τρίτους;
Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα κριθεί και η πραγματική γεωπολιτική αξία του έργου.
Από την ενεργειακή διασύνδεση στη γεωπολιτική υποδομή
Το έργο αφορά υποθαλάσσια ηλεκτρική διασύνδεση υψηλής τάσης συνεχούς ρεύματος (HVDC) μεταξύ Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας, με δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης προς το Ισραήλ. Η τεχνολογία αυτή επιτρέπει μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας σε μεγάλες αποστάσεις και μεγάλα θαλάσσια βάθη και αποτελεί κατάλληλη λύση για τέτοιου είδους διασυνδέσεις.
Η σημασία του όμως δεν περιορίζεται στην τεχνική του λειτουργία. Για την Κύπρο, η διασύνδεση μειώνει τη μακροχρόνια ηλεκτρική απομόνωση και ενισχύει τη σύνδεσή της με το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα. Για την Ελλάδα, δημιουργεί μια πρόσθετη υποδομή που ενισχύει τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου μεταξύ Ευρώπης και Ανατολικής Μεσογείου. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εντάσσεται στη λογική της διασύνδεσης των ενεργειακών δικτύων, της ανθεκτικότητας και της μείωσης στρατηγικών εξαρτήσεων. Για το Ισραήλ, η πιθανή επέκταση δημιουργεί μια επιπλέον διαδρομή σύνδεσης με την ευρωπαϊκή αγορά. Η γεωγραφική θέση από μόνη της δεν αποτελεί στρατηγική ισχύ. Αποκτά αξία όταν μετατρέπεται σε δίκτυα, υποδομές και αλληλεξαρτήσεις.
Αυτό ακριβώς κάνει ένα έργο όπως το Great Sea Interconnector. Οι στρατηγικές υποδομές δημιουργούν συμφέροντα που εκτείνονται πέρα από τα σύνορα ενός κράτους. Η αλληλεξάρτηση δεν εξαλείφει τις συγκρούσεις, αλλά αυξάνει το κόστος της αποσταθεροποίησης και δημιουργεί περισσότερους παράγοντες που ενδιαφέρονται για τη διατήρηση της λειτουργίας του συστήματος. Η γεωπολιτική σημασία του έργου βρίσκεται επομένως λιγότερο στο ίδιο το καλώδιο και περισσότερο στο δίκτυο συμφερόντων που δημιουργεί γύρω από αυτό.
Meridiam, ιδιωτικό κεφάλαιο και κρατική διακυβέρνηση
Η συμμετοχή της Meridiam έχει προκαλέσει ιδιαίτερη συζήτηση, κυρίως λόγω της επιχειρηματικής της παρουσίας στην Τουρκία. Το γεγονός αυτό είναι υπαρκτό. Δεν αποτελεί όμως από μόνο του απόδειξη πολιτικής εξάρτησης ή πρόθεση παρέμβασης υπέρ της Τουρκίας. Η Meridiam είναι ιδιωτικός διεθνής επενδυτικός οργανισμός και δεν ταυτίζεται με το γαλλικό κράτος. Αντίστοιχα, η επιχειρηματική της παρουσία σε μια χώρα δεν σημαίνει ότι ακολουθεί την εξωτερική πολιτική της χώρας αυτής. Η διάκριση αυτή είναι αναγκαία. Ταυτόχρονα, θα ήταν εξίσου λανθασμένο να θεωρηθεί ότι η ιδιωτική φύση του επενδυτή εξαλείφει κάθε γεωπολιτικό κίνδυνο.
Ένας διεθνής επενδυτής ενδιαφέρεται για την απόδοση του κεφαλαίου και τη διαχείριση κινδύνου. Σε περίπτωση σοβαρής ελληνοτουρκικής κρίσης, είναι εύλογο να επιδιώξει τον περιορισμό του εμπορικού του κινδύνου. Αυτό, θεωρητικά, μπορεί να δημιουργήσει πιέσεις για καθυστερήσεις, προσαρμογές ή διαφορετικό ρυθμό υλοποίησης. Δεν υπάρχει όμως βάση για να θεωρηθεί εκ των προτέρων ότι αυτό θα συμβεί. Το πραγματικό ζήτημα είναι η εταιρική διακυβέρνηση.
Ποιος λαμβάνει τις κρίσιμες αποφάσεις; Ποια δικαιώματα veto υπάρχουν; Πώς κατανέμονται οι αρμοδιότητες; Τι συμβαίνει σε περίπτωση αποχώρησης επενδυτή; Ποιος αποφασίζει σε περίοδο κρίσης; Ποια ζητήματα παραμένουν αποκλειστικά υπό κρατικό έλεγχο; Εκεί πρέπει να μετατοπιστεί η συζήτηση. Η παρουσία διεθνών κεφαλαίων μπορεί να ενισχύσει τη βιωσιμότητα ενός έργου και να δημιουργήσει επιπλέον διεθνή συμφέροντα υπέρ της επιτυχίας του. Δεν αποτελεί όμως εγγύηση εθνικής ασφάλειας. Αντίστοιχα, δεν αποτελεί από μόνη της απειλή.
Το κρίσιμο δεν είναι ποιος επενδύει μόνο, αλλά με ποιους κανόνες επενδύει και ποια όρια θέτει το κράτος στις στρατηγικές αποφάσεις.
Η Τουρκία και το ζήτημα της παρεμπόδισης
Η τουρκική αντίδραση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως περιφερειακός θόρυβος γύρω από ένα τεχνικό έργο. Η Άγκυρα εντάσσει το Great Sea Interconnector στο ευρύτερο πλαίσιο της στρατηγικής της στην Ανατολική Μεσόγειο: θαλάσσιες ζώνες, ενεργειακές διαδρομές, περιφερειακή επιρροή και τον ρόλο της Τουρκίας ως γεωοικονομικού και ενεργειακού κόμβου. Η διασύνδεση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή δημιουργεί μια ενεργειακή διαδρομή που δεν εξαρτάται από τουρκικό έδαφος ή τουρκικές υποδομές. Παράλληλα, η τουρκική αντίδραση συνδέεται με τις ευρύτερες διαφωνίες για το θαλάσσιο καθεστώς της Ανατολικής Μεσογείου. Για την Άγκυρα, επομένως, το ζήτημα δεν είναι μόνο η ηλεκτρική ενέργεια. Είναι και το προηγούμενο που μπορεί να δημιουργήσει.
Εάν Ελλάδα, Κύπρος και Ευρωπαϊκή Ένωση μπορούν να υλοποιούν στρατηγικές υποδομές παρά τις τουρκικές αντιρρήσεις, ενισχύεται η πρακτική δυνατότητα των τριών πλευρών να διαμορφώνουν το περιφερειακό περιβάλλον χωρίς τουρκική συναίνεση. Εάν, αντίθετα, ένα έργο ανασταλεί επειδή το κόστος της τουρκικής αντίδρασης θεωρείται υπερβολικό, δημιουργείται ένα διαφορετικό μήνυμα: ότι η γεωπολιτική πίεση μπορεί να επηρεάζει την υλοποίηση στρατηγικών υποδομών. Αυτό δεν προσδίδει στην Τουρκία νέα νομικά δικαιώματα. Μπορεί όμως να ενισχύσει την αντίληψη ότι διαθέτει πρακτική δυνατότητα παρεμπόδισης. Και αυτή η αντίληψη μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο το συγκεκριμένο έργο αλλά και μελλοντικές επενδύσεις στην περιοχή.
Διεθνές δίκαιο: τι αλλάζει και τι δεν αλλάζει
Το Great Sea Interconnector δεν αποτελεί συμφωνία οριοθέτησης. Δεν δημιουργεί ΑΟΖ, δεν καθορίζει υφαλοκρηπίδα, δεν μεταβάλλει την ελληνική κυριαρχία και δεν δημιουργεί συγκυριαρχία. Η πόντιση υποθαλάσσιων καλωδίων αποτελεί αναγνωρισμένη δραστηριότητα στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας, ενώ παράλληλα τα παράκτια κράτη διατηρούν τα δικαιώματά τους στις θαλάσσιες ζώνες που τους αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο. Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενα μέρη της UNCLOS, ενώ η Τουρκία δεν έχει κυρώσει τη Σύμβαση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας είναι αδιάφοροι για την Τουρκία, καθώς αρκετοί έχουν χαρακτήρα εθιμικού διεθνούς δικαίου.
Το ουσιαστικό νομικό ζήτημα είναι επομένως συγκεκριμένο:
σε ποια θαλάσσια περιοχή πραγματοποιείται κάθε τμήμα του έργου και ποιο νομικό καθεστώς εφαρμόζεται εκεί;
Το καλώδιο δεν επιλύει τις ελληνοτουρκικές διαφορές ως προς τις θαλάσσιες ζώνες. Μπορεί όμως να αποκτήσει πολιτική και στρατηγική σημασία ως πρακτική εφαρμογή των θέσεων των εμπλεκόμενων κρατών.
Εδώ απαιτείται μια κρίσιμη διάκριση:
άλλο νομικό προηγούμενο και άλλο πολιτικό ή στρατηγικό προηγούμενο.
Η υλοποίηση ενός έργου δεν μεταβάλλει αυτομάτως το διεθνές δίκαιο. Μπορεί όμως να επηρεάσει την αντίληψη των κρατών για το τι είναι πολιτικά και επιχειρησιακά εφικτό στην περιοχή.
Το πραγματικό στρατηγικό ρίσκο
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η έννοια της «κερκόπορτας συγκυριαρχίας» δεν αποδίδει σωστά τον πραγματικό κίνδυνο. Δεν τεκμηριώνεται ότι η συμμετοχή της Meridiam ή η υλοποίηση του Great Sea Interconnector μεταβάλλει την ελληνική κυριαρχία, την ΑΟΖ ή την υφαλοκρηπίδα. Ο κίνδυνος βρίσκεται αλλού. Θα μπορούσε να δημιουργηθεί εάν η εταιρική διακυβέρνηση επέτρεπε σε ιδιωτικά συμφέροντα να επηρεάζουν κρίσιμες στρατηγικές αποφάσεις, δεν υπήρχε σαφής κρατικός μηχανισμός διαχείρισης κρίσης, η προστασία της υποδομής ήταν ανεπαρκής, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν διατηρούσαν κοινή στρατηγική, η ευρωπαϊκή διάσταση παρέμενε μόνο χρηματοδοτική και κάθε τουρκική αντίδραση οδηγούσε σε αναστολή, επαναδιαπραγμάτευση ή υποχώρηση.
Τότε θα μπορούσε να διαμορφωθεί μια de facto δυνατότητα τρίτου κράτους να επηρεάζει την υλοποίηση ή τη λειτουργία μιας στρατηγικής υποδομής. Αυτό δεν είναι συγκυριαρχία. Είναι δυνατότητα παρεμπόδισης και στρατηγικά μπορεί να είναι σημαντικότερη. Το κρίσιμο λοιπόν δεν είναι να αναζητούμε μια υποθετική μεταβίβαση κυριαρχίας, αλλά να εξετάζουμε εάν το κράτος διαθέτει την ικανότητα να εμποδίσει την άσκηση ενός τέτοιου άτυπου veto.
Η ασφάλεια του έργου στον κύκλο ζωής της υποδομής
Η συζήτηση για το Great Sea Interconnector επικεντρώνεται φυσιολογικά στην κατασκευή. Για μια στρατηγική υποδομή όμως, η πραγματική δοκιμασία αρχίζει όταν αυτή τεθεί σε λειτουργία.
Το καλώδιο θα αποτελεί μέρος μιας κρίσιμης ενεργειακής υποδομής και επομένως πρέπει να αξιολογείται σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής του:
κατασκευή – λειτουργία – επιτήρηση – προστασία – επισκευή – διαχείριση κρίσης.
Οι κίνδυνοι δεν περιορίζονται σε στρατιωτική επίθεση. Περιλαμβάνουν φυσικές βλάβες, ατυχήματα, σεισμικότητα, δολιοφθορά, κυβερνοεπιθέσεις, υβριδικές ενέργειες, επιχειρήσεις παραπληροφόρησης και ενέργειες δύσκολης απόδοσης ευθύνης. Η προστασία ενός εκτεταμένου υποθαλάσσιου δικτύου δεν μπορεί να βασιστεί στη διαρκή φυσική επιτήρηση κάθε σημείου του. Απαιτείται συνδυασμός θαλάσσιας επιτήρησης, τεχνικής παρακολούθησης, κυβερνοασφάλειας, πληροφοριών, επιχειρησιακής εφεδρείας και δυνατότητας ταχείας επισκευής. Η ανθεκτικότητα είναι εξίσου σημαντική με την αποτροπή. Δε χρειάζεται να θεωρούμε ότι κάθε βλάβη θα μπορεί να αποτραπεί. Χρειάζεται να εξασφαλίσουμε ότι μια βλάβη δεν θα μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε στρατηγική κρίση. Η δυνατότητα ταχείας ανίχνευσης, απόδοσης ευθύνης, επισκευής και επαναφοράς της λειτουργίας αποτελεί επομένως τμήμα της ίδιας της στρατηγικής αξίας του έργου.
Ελλάδα, Κύπρος, ΕΕ και Ισραήλ:
η γεωπολιτική αρχιτεκτονική
Το Great Sea Interconnector δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα αποκλειστικά ελληνοκυπριακό έργο. Η μεγαλύτερη στρατηγική του αξία μπορεί να προκύψει από την ένταξή του σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό και περιφερειακό δίκτυο. Για την Κύπρο, η διασύνδεση περιορίζει την ηλεκτρική απομόνωση και ενισχύει τη λειτουργική της σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για την Ελλάδα, ενισχύει τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου και δημιουργεί πρόσθετες υποδομές σύνδεσης με την Ανατολική Μεσόγειο. Για την ΕΕ, ενισχύει τη διασυνδεσιμότητα και την ανθεκτικότητα ενός κράτους-μέλους που παραμένει ηλεκτρικά απομονωμένο. Για το Ισραήλ, η μελλοντική σύνδεση μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετη ενεργειακή οδό προς την ευρωπαϊκή αγορά. Η ευρωπαϊκή διάσταση είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή μετατρέπει το έργο από διμερές ή περιφερειακό εγχείρημα σε τμήμα ευρύτερης ενεργειακής αρχιτεκτονικής.
Ωστόσο, δεν πρέπει να δημιουργηθεί λανθασμένη προσδοκία ότι η ευρωπαϊκή συμμετοχή ισοδυναμεί αυτομάτως με στρατιωτική προστασία. Η ΕΕ μπορεί να χρηματοδοτεί, να θεσπίζει κανόνες, να συντονίζει και να παρέχει πολιτική και διπλωματική στήριξη. Η επιχειρησιακή προστασία μιας κρίσιμης υποδομής παραμένει σε μεγάλο βαθμό ευθύνη των κρατών. Αυτό δεν μειώνει την ευρωπαϊκή διάσταση.
Αντίθετα, δείχνει γιατί η Ελλάδα πρέπει να επιδιώξει ευρωπαϊκοποίηση της στρατηγικής σημασίας του έργου χωρίς να μεταφέρει την ευθύνη της εθνικής ασφάλειας στην Ευρώπη. Η ίδια λογική ισχύει για τη συνεργασία με την Κύπρο και το Ισραήλ. Οι πολιτικές συνεργασίες μπορεί να μεταβληθούν. Οι υποδομές δημιουργούν όμως μακροχρόνια συμφέροντα και αλληλεξαρτήσεις.
Η ελληνική στρατηγική: από τη διαχείριση του έργου στην αποτροπή
Η Ελλάδα δεν έχει συμφέρον ούτε να παρουσιάζει το έργο ως εργαλείο αντιπαράθεσης με την Τουρκία ούτε να το αντιμετωπίζει ως πιθανή παγίδα. Χρειάζεται μια πιο ψύχραιμη στρατηγική.
Πρώτον, κρατικός έλεγχος των στρατηγικών αποφάσεων
Οι εμπορικές αποφάσεις μπορούν να λαμβάνονται μέσα από την εταιρική δομή. Οι αποφάσεις όμως που αφορούν εθνική ασφάλεια, κρίση, προστασία και επιχειρησιακή συνέχεια πρέπει να υπάγονται σε σαφές δημόσιο πλαίσιο.
Δεύτερον, διαφάνεια στη διακυβέρνηση
Πρέπει να είναι σαφές ποιος αποφασίζει, ποια δικαιώματα διαθέτουν οι μέτοχοι, ποια είναι τα δικαιώματα veto, πώς αντιμετωπίζεται η αποχώρηση επενδυτή και ποιος έχει τον τελικό λόγο σε κρίσιμες περιστάσεις.
Τρίτον, κοινή στρατηγική Ελλάδας–Κύπρου
Οι δύο χώρες πρέπει να έχουν κοινή γραμμή σε επίπεδο νομικής θέσης, διπλωματίας, επικοινωνίας και διαχείρισης κρίσεων.
Τέταρτον, ευρωπαϊκή θεσμική θωράκιση
Η ευρωπαϊκή συμμετοχή πρέπει να είναι ουσιαστική και να συνδέεται με την ενεργειακή ασφάλεια και την προστασία κρίσιμων υποδομών.
Πέμπτον, σχέδιο διαχείρισης κρίσης
Πρέπει να υπάρχει εκ των προτέρων σχέδιο για διπλωματική πίεση, παρεμπόδιση εργασιών, υβριδική ενέργεια, δολιοφθορά, κυβερνοεπίθεση, τεχνική βλάβη και στρατιωτική κρίση.
Έκτον, επιχειρησιακή ανθεκτικότητα
Η δυνατότητα επισκευής και επαναφοράς της λειτουργίας πρέπει να αποτελεί βασική απαίτηση του έργου και όχι συμπληρωματική μέριμνα.
Έβδομον, σταθερή νομική γραμμή
Η Ελλάδα πρέπει να παραμένει συνεπής στις θέσεις της για το Δίκαιο της Θάλασσας, αποφεύγοντας τόσο την υπερβολική νομική διεκδίκηση όσο και την αδικαιολόγητη ασάφεια.
Όγδοον, στρατηγική επικοινωνία
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να παρουσιάζει το καλώδιο ως μέσο «αντιμετώπισης» της Τουρκίας. Η ισχυρότερη θέση είναι ότι πρόκειται για ευρωπαϊκή ενεργειακή υποδομή που υλοποιείται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Η αποτροπή δεν χρειάζεται θόρυβο. Χρειάζεται αξιοπιστία.
Επιλογές και σενάρια έως το 2040
Η Ελλάδα έχει ουσιαστικά τρεις στρατηγικές επιλογές.
Υλοποίηση με θεσμική και επιχειρησιακή θωράκιση
Αυτή είναι η στρατηγικά προτιμητέα επιλογή, εφόσον το έργο παραμένει οικονομικά και τεχνικά βιώσιμο. Το έργο προχωρά, η Ελλάδα και η Κύπρος διατηρούν κοινή γραμμή, η ΕΕ εμπλέκεται ενεργά και η προστασία του έργου αντιμετωπίζεται ως μέρος του σχεδιασμού του.
Προσαρμογή
Τεχνικές ή οικονομικές προσαρμογές είναι θεμιτές εφόσον βελτιώνουν τη βιωσιμότητα χωρίς να αναιρούν τη στρατηγική λογική. Δεν πρέπει όμως να χρησιμοποιούνται ως συγκαλυμμένη υποχώρηση σε γεωπολιτική πίεση.
Αναστολή ή εγκατάλειψη
Μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο εάν το έργο καταστεί μη βιώσιμο για πραγματικούς οικονομικούς ή τεχνικούς λόγους. Εάν όμως εγκαταλειφθεί κυρίως λόγω τουρκικής πίεσης, το κόστος δεν θα είναι μόνο ενεργειακό. Θα αφορά την αξιοπιστία της Ελλάδας, της Κύπρου και της ΕΕ ως προς την υλοποίηση στρατηγικών υποδομών.
Σενάριο 1: Ελεγχόμενη υλοποίηση
Το έργο προχωρά, η τουρκική αντίδραση παραμένει κυρίως διπλωματική και η ευρωπαϊκή στήριξη διατηρείται. Η Ελλάδα ενισχύει τον ενεργειακό της ρόλο, η Κύπρος μειώνει την ενεργειακή της απομόνωση και η συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ αποκτά ισχυρότερη υλική βάση.
Σενάριο 2: Ελεγχόμενη ένταση
Η Τουρκία αυξάνει την πολιτική, διπλωματική ή επιχειρησιακή πίεση χωρίς να επιδιώκει γενικευμένη σύγκρουση. Αυτό είναι πιθανώς το δυσκολότερο περιβάλλον διαχείρισης. Το έργο μετατρέπεται σε δοκιμασία της ελληνικής και ευρωπαϊκής συνέπειας: εάν μπορούν να διατηρήσουν τον στρατηγικό στόχο χωρίς περιττή κλιμάκωση.
Σενάριο 3: Σοβαρή γεωπολιτική κρίση
Μια ευρύτερη ελληνοτουρκική ή περιφερειακή κρίση μπορεί να καταστήσει την υποδομή στόχο πολιτικής, υβριδικής ή επιχειρησιακής πίεσης. Τότε το κρίσιμο ερώτημα δεν θα είναι μόνο αν μπορεί να προστατευθεί το καλώδιο. Θα είναι εάν Ελλάδα, Κύπρος και ΕΕ διαθέτουν κοινό σχέδιο για τη διατήρηση της λειτουργίας του, την ταχεία αποκατάσταση πιθανής βλάβης και την αποφυγή κλιμάκωσης. Μέχρι το 2040, επομένως, η αξία του έργου θα εξαρτηθεί όχι μόνο από το εάν κατασκευάστηκε, αλλά από το εάν εντάχθηκε σε ένα ευρύτερο δίκτυο ενεργειακής και στρατηγικής ανθεκτικότητας.
Η αξία μιας διασύνδεσης δεν καθορίζεται μόνο από το καλώδιο. Καθορίζεται από το δίκτυο στο οποίο εντάσσεται.
Τελική στρατηγική εκτίμηση
Το Great Sea Interconnector δεν είναι ούτε ένα απλό καλώδιο ούτε μια «κερκόπορτα συγκυριαρχίας». Είναι στρατηγική υποδομή που συνδέει την ενεργειακή πολιτική με τη γεωπολιτική, την οικονομία με την ασφάλεια και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με τις ελληνοτουρκικές διαφορές.
Από νομική άποψη, η κατασκευή και λειτουργία του δεν μεταβάλλουν από μόνες τους την ελληνική κυριαρχία, την ΑΟΖ ή την υφαλοκρηπίδα ούτε δημιουργούν συγκυριαρχία.
Από γεωπολιτική άποψη όμως, η εξέλιξη του έργου έχει πραγματική σημασία. Εάν ολοκληρωθεί και λειτουργήσει με αξιόπιστη θεσμική και επιχειρησιακή θωράκιση, θα ενισχύσει την ενεργειακή διασύνδεση της Κύπρου με την Ευρώπη, τον ρόλο της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο και το πλέγμα συμφερόντων που συνδέει Ελλάδα, Κύπρο, ΕΕ και δυνητικά Ισραήλ.
Εάν αντίθετα η υλοποίησή του επηρεαστεί από την αντίληψη ότι η Τουρκία μπορεί να επιβάλει κόστος αρκετό ώστε να αναστέλλει ή να μεταβάλλει στρατηγικά έργα, το αποτέλεσμα θα είναι διαφορετικό. Δεν θα πρόκειται για συγκυριαρχία. Θα πρόκειται για την εμπέδωση μιας de facto δυνατότητας παρεμπόδισης. Αυτό είναι το πραγματικό στρατηγικό ρίσκο.
Και γι’ αυτό η συμμετοχή ενός ξένου επενδυτή δεν πρέπει να αποτελεί το επίκεντρο της συζήτησης. Το κρίσιμο είναι το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί, τα όρια της εταιρικής επιρροής και η ικανότητα του κράτους να διατηρεί τον έλεγχο των στρατηγικών αποφάσεων. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει το Great Sea Interconnector για να «νικήσει» την Τουρκία. Αυτό θα ήταν λάθος στρατηγικός στόχος. Χρειάζεται να διασφαλίσει ότι ένα ευρωπαϊκό έργο στρατηγικής σημασίας μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς τρίτο κράτος να αποκτήσει de facto δυνατότητα παρεμπόδισης ή πρακτικό δικαίωμα veto
Για να συμβεί αυτό απαιτούνται τέσσερις βασικοί πυλώνες:
νομική συνέπεια, ευρωπαϊκή στήριξη, κρατικός έλεγχος των στρατηγικών αποφάσεων και επιχειρησιακή αποτροπή.
Η Ελλάδα πρέπει να συνεργάζεται χωρίς να εξαρτάται, να αποτρέπει χωρίς να προκαλεί και να αξιοποιεί την ευρωπαϊκή διάσταση χωρίς να μεταφέρει την ευθύνη της εθνικής ασφάλειας σε τρίτους.
Το Great Sea Interconnector θα κριθεί τελικά όχι μόνο από το αν θα τοποθετηθεί ένα καλώδιο στον βυθό.
Θα κριθεί από το αν η Ελλάδα, η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτουν την πολιτική, θεσμική και επιχειρησιακή ικανότητα να σχεδιάζουν, να προστατεύουν και να διατηρούν κρίσιμες υποδομές σε ένα περιβάλλον όπου η γεωπολιτική αντιπαράθεση δεν διεξάγεται πλέον μόνο στα σύνορα και στη θάλασσα.
Διεξάγεται και μέσα στα δίκτυα. Και το Great Sea Interconnector είναι ένα από αυτά.
________________________________________
Βιογραφικό σημείωμα αρθρογράφου
Ο Κωνσταντίνος Φλωράτος PhD, MSc, MBA, BSc, Απόστρατος Αξιωματικός ΠΝ, ασχολείται με ζητήματα γεωπολιτικής, Εθνικής Άμυνας και στρατηγικής ανάλυσης.
Το ερευνητικό του ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις μεταβολές της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στις παγκόσμιες γεωπολιτικές εξελίξεις και στον ρόλο των νέων τεχνολογιών και της οικονομίας στη διαμόρφωση της ισχύος των κρατών.






