Η λεγόμενη «εθνική πρωτοβουλία» για μειώσεις τιμών στα ράφια των σούπερ μάρκετ από την 1η Σεπτεμβρίου παρουσιάζεται από το κυβερνητικό επιτελείο ως απάντηση στο πρόβλημα. Όμως οι καταναλωτές επιστρέφουν στα αστικά κέντρα και βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα νέο κύμα ανατιμήσεων, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε ονομαστική έκπτωση να κινδυνεύει να εξαφανιστεί πριν καν γίνει αισθητή στην τσέπη τους.
Η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για μέτρα, παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες, όμως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή. Οι τιμές των βασικών αγαθών δεν έχουν επιστρέψει στα επίπεδα πριν από την ενεργειακή κρίση του 2022. Αντίθετα, οι ανατιμήσεις που επιβλήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια έχουν δημιουργήσει μια νέα, πολύ υψηλότερη βάση τιμών, πάνω στην οποία προστίθενται τώρα καινούργιες αυξήσεις.
Και αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο πρόβλημα που η κυβέρνηση δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει: δεν έχουμε μια προσωρινή αναστάτωση, αλλά μια παρατεταμένη κρίση κόστους ζωής. Οι πολίτες πληρώνουν σήμερα πολύ ακριβότερα για τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες, ενώ οι μισθοί και τα εισοδήματα δεν ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό. Η αγοραστική δύναμη συρρικνώνεται και η καθημερινότητα γίνεται ολοένα πιο δύσκολη.
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται για ακόμη μία φορά η ενέργεια. Οι τιμές του φυσικού αερίου στον ευρωπαϊκό κόμβο TTF παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις δημιουργούν νέες αβεβαιότητες στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, το ιδιαίτερα θερμό καλοκαίρι του 2026 αύξησε κατακόρυφα τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς εκατομμύρια καταναλωτές αναγκάστηκαν να χρησιμοποιούν συνεχώς κλιματιστικά.
Η υψηλή ζήτηση, σε συνδυασμό με τα προβλήματα που προκαλούν η παρατεταμένη ξηρασία και η λειψυδρία, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Το κόστος τελικά καταλήγει στους λογαριασμούς των νοικοκυριών και στις επιχειρήσεις, οι οποίες στη συνέχεια μεταφέρουν μέρος των αυξημένων εξόδων τους στις τελικές τιμές των προϊόντων.
Και ενώ το κυβερνητικό αφήγημα επιμένει να παρουσιάζει την Ελλάδα ως οικονομία που αναπτύσσεται και προχωρά μπροστά, ο πολίτης βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα: ανοίγει τον λογαριασμό του ρεύματος, πηγαίνει στο πρατήριο καυσίμων, κάνει τα ψώνια της εβδομάδας και διαπιστώνει ότι τα χρήματά του τελειώνουν όλο και πιο γρήγορα.
Η απλή αμόλυβδη έχει ξεπεράσει τα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ οι υψηλές τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου απειλούν να μεταφερθούν σε ολόκληρη την οικονομία. Μεταφορές, παραγωγή, βιομηχανία, υπηρεσίες και τρόφιμα επηρεάζονται από το ενεργειακό κόστος. Και όταν αυξάνεται το κόστος παραγωγής, ο τελικός λογαριασμός καταλήγει και πάλι στον καταναλωτή.
Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά στην ενέργεια. Νέες πιέσεις διαμορφώνονται και στην αγορά τροφίμων. Οι γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μαύρη Θάλασσα, οι επιθέσεις σε λιμενικές υποδομές και οι διαταραχές στις μεταφορές απειλούν τις διεθνείς ροές σιτηρών. Οι τιμές του σιταριού έχουν ήδη καταγράψει σημαντική άνοδο, αυξάνοντας το κόστος για αλεύρι, ζωοτροφές και μια σειρά από βασικά προϊόντα.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο ενός νέου κύματος ανατιμήσεων μέσα στο φθινόπωρο. Ψωμί, αρτοσκευάσματα, ζυμαρικά, κρέας και γαλακτοκομικά μπορούν να βρεθούν ξανά στο επίκεντρο των αυξήσεων, σε μια χώρα όπου η διατροφή έχει ήδη καταστεί δυσανάλογα ακριβή σε σχέση με τα εισοδήματα.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη κυβερνητική αντίφαση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το οικονομικό επιτελείο μιλούν διαρκώς για ανάπτυξη, επενδύσεις και αυξήσεις εισοδημάτων, όμως η καθημερινότητα των πολιτών καθορίζεται από το πόσο κοστίζει ένα καλάθι βασικών προϊόντων, ένας λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος ή ένα γέμισμα αυτοκινήτου.
Η κυβέρνηση έχει επιλέξει να αντιμετωπίζει την ακρίβεια κυρίως με επικοινωνιακές παρεμβάσεις και εξαγγελίες, αντί να αντιμετωπίζει αποφασιστικά τις δομικές αιτίες που επιτρέπουν τη διατήρηση των τιμών σε τόσο υψηλά επίπεδα. Κάθε φορά που ανακοινώνεται ένα νέο μέτρο, οι πολίτες περιμένουν να δουν πραγματική διαφορά στο πορτοφόλι τους. Και κάθε φορά διαπιστώνουν ότι η απόσταση ανάμεσα στις κυβερνητικές ανακοινώσεις και την πραγματικότητα μεγαλώνει.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη όταν οι υψηλές τιμές ενέργειας μετατρέπονται σε αυξημένο κόστος για τις επιχειρήσεις. Οι επιχειρηματίες αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερα έξοδα και ένα μέρος αυτών μετακυλίεται στις τελικές τιμές. Οι εργαζόμενοι, από την άλλη πλευρά, βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να συρρικνώνεται και ζητούν αυξήσεις μισθών. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αυξήσεων, ο οποίος μπορεί να καταστήσει τον πληθωρισμό πιο επίμονο.
Την ίδια ώρα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη περιορισμού του πληθωρισμού και στην ανάγκη στήριξης της ανάπτυξης. Εάν τα επιτόκια παραμείνουν υψηλά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, το κόστος δανεισμού νοικοκυριών και επιχειρήσεων θα εξακολουθήσει να είναι αυξημένο, περιορίζοντας επενδύσεις, κατανάλωση και οικονομική δραστηριότητα.
Για την ελληνική κοινωνία, το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο. Μετά από χρόνια κρίσεων, περικοπών και απώλειας εισοδήματος, τα νοικοκυριά δεν διαθέτουν πλέον τα περιθώρια που είχαν στο παρελθόν για να απορροφήσουν νέες αυξήσεις. Ένα επιπλέον κόστος στο σούπερ μάρκετ, στη βενζίνη ή στο ηλεκτρικό ρεύμα δεν αποτελεί απλώς μια δυσάρεστη οικονομική εξέλιξη. Για πολλές οικογένειες σημαίνει περικοπές σε άλλες βασικές ανάγκες.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να συνεχίσει να παρουσιάζει κάθε νέα παρέμβαση ως απόδειξη ότι η κυβέρνηση «πολεμά» την ακρίβεια. Όμως η πραγματική δοκιμασία δεν γίνεται στα κυβερνητικά γραφεία ούτε στις τηλεοπτικές δηλώσεις υπουργών. Γίνεται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στην αντλία του πρατηρίου και στον λογαριασμό του ρεύματος.
Και εκεί η εικόνα παραμένει αμείλικτη: οι τιμές έχουν ανέβει σε επίπεδα που πιέζουν ασφυκτικά τα νοικοκυριά και η περίφημη αποκλιμάκωση που υπόσχεται εδώ και χρόνια η κυβέρνηση δεν έχει μετατραπεί σε ουσιαστική ανακούφιση.
Ο χειμώνας που έρχεται δεν προμηνύεται εύκολος. Οι διεθνείς τιμές ενέργειας και εμπορευμάτων εξακολουθούν να δημιουργούν σοβαρές πιέσεις, ενώ οι γεωπολιτικές εξελίξεις μπορούν ανά πάσα στιγμή να προκαλέσουν νέες αναταράξεις. Αν σε αυτές προστεθούν οι εσωτερικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και η περιορισμένη αγοραστική δύναμη των πολιτών, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη οικονομική ασφυξία.
Το μεγάλο ερώτημα πλέον δεν είναι πόσες ακόμη φορές θα ανακοινώσει η κυβέρνηση ότι «έρχονται μειώσεις». Είναι πότε αυτές οι μειώσεις θα γίνουν πραγματικότητα για τον πολίτη. Γιατί όσο οι τιμές παραμένουν στα ύψη, οι μισθοί δεν επαρκούν και το κόστος της καθημερινής ζωής αυξάνεται, η κυβερνητική εικόνα της «ισχυρής οικονομίας» μοιάζει όλο και περισσότερο αποκομμένη από την πραγματικότητα που βιώνει η ελληνική κοινωνία.





