Η υποψηφιότητα του Παύλου Γερουλάνου για τη Δημαρχία της Αθήνας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Και αυτό διότι ο Γερουλάνος είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση πολιτικού.

Καταρχήν, λέγοντας οτι είναι ανεξάρτητος υποψήφιος το εννοεί. Γενικά είναι ένας από τους ανεξάρτητους πολιτικούς. Όχι οτι δεν έχει εξαρτήσεις, όλοι έχουμε. Η καταγωγή του, η ιστορία της οικογένεις του, ο κοινωνικός του περίγυρος, η μόρφωση του, τίποτα δεν ξεφεύγει από το “κατεστημένο”. Ποιό κατεστημένο; Το αστικό.

Όμως οι απόψεις του, η ιδεολογία του, η συμπεριφορά του, δεν είναι ούτε συμβατικές, ούτε συντηρητικές. Κάθε άλλο μάλιστα.

Και το σημαντικότερο είναι οτι δεν έχει άλλου είδους εξαρτήσεις. Δεν εξαρτάται οικονομικά από κανέναν, ζεί με δικά του έξοδα – πράγμα όχι καθολικό στην πολιτική – δεν υπήρξε ποτέ ίχνος σκιάς είς βάρος του, ούτε καν από τους πιο κακόπιστους κριτές των πολιτικών.

Ο Γερουλάνος δεν είναι παιδί του κομματικού σωλήνα, ούτε κομματικό στέλεχος. Μπήκε μεγάλος στο ΠΑΣΟΚ ήταν προσωπική επιλογή του Γιώργου Παπανδρέου και χαρακτηρίστηκε ώς “κηπουρός” του μαζί με όλα τα άλλα νέα πρόσωπα που επέλεξε τότε ο Παπανδρέου.

Όπως αποδείχθηκε όμως στην πράξη ο Γερουλάνος κάθε άλλο παρά “κηπουρός” ήταν.

Όταν ο Παπανδρέου έφυγε από το ΠΑΣΟΚ, ο Γερουλάνος δεν τον ακολούθησε και παρέμεινε στο κόμμα χωρίς καν να έχει εκλεγεί βουλευτής.

Όταν το ΠΑΣΟΚ αποφάσισε να προχωρήσει σε άνοιγμα στην κεντροαριστερά και να πάει σε ανοικτές σε όλους εκλογές για την εκλογή νέας ηγεσίας, ο Γερουλάνος δημοσίως διαχώρισε τη θέση του και επέμεινε οτι πρώτη προτεραιότητα του ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε να είναι η δημιουργία σύγχρονων θέσεων για την κοινωνία και η διενέργεια ενός κομματικού συνεδρίου στο οποίο θα ήταν καλεσμένη ολόκληρη η κεντροαριστερά να συμμετάσχει αν ήθελε.

Θεωρούσε οτι η εκλογή ενός νέου αρχηγού (ήταν ούτως ή άλλως η Φώφη Γεννηματά η οποία και επανεξελέγει πανηγυρικά) δεν ήταν προτεραιότητα, ενώ η διατύπωση νέων θέσεων και το ξεκαθάρισμα της ιδεολογίας του κόμματος ήταν.

Όταν το ΠΑΣΟΚ αποφάσισε να αλλάξει όνομα και να ονομαστεί ΚΙΝΑΛ, ο Γερουλάνος επέμεινε οτι το κόμμα έπρεπε να διατηρήσει το όνομα του, να μην κόψει τη διασύνδεση με την ιστορία του και να υπερασπιστεί το θετικό έργο που έκανε επί δεκαετίες, αναγνωρίζοντας και τα μεγάλα λάθη του.

Στη συνέχεια και σε κάθε ευκαιρία ο Γερουλάνος στεκόταν απέναντι στην προσπάθεια του ΚΙΝΑΛ να “καπελώσει” την Κεντροαριστερά, υποστηρίζοντας οτι το ΠΑΣΟΚ πρέπει να παραμείνει στην αρχική του ονομασία, να μην μετεξελιχθεί σε κεντροαριστερό συνασπισμό, αλλά να ανοίξει τις πόρτες του για όποιον θεωρεί οτι του ταιριάζουν οι θέσεις και οι απόψεις του να συμμετάσχει στο ΠΑΣΟΚ.

Όλες αυτές οι θέσεις του Γερουλάνου, ήταν εκτός “κομματικής γραμμής”, δεν ήταν θέσεις που χαιρόταν να ακούει η Φώφη Γεννηματά – την οποία φυσικά ο Γερουλάνος δεν αμφισβήτησε ποτέ αφού είχε εκλεγεί – και χτύπαγαν το ΠΑΣΟΚ στη ρίζα του προβλήματος του, δηλαδή στο γεγονός οτι ενώ άλλαξε όνομα, έχει παραμείνει προσκολημμένο σε παλιές πρακτικές και νοοτροπίες.

Τελικά η πραγματικότητα τον δικαίωσε. Η κεντροαριστερά ουσιαστικά έφυγε από το ΚΙΝΑΛ και το ΠΑΣΟΚ έμεινε μόνο του με αλλαγμένο όνομα και παλιά ιδεολογία.

Παράλληλα ο Γερουλάνος έχει ένα άλλο σπάνιο για τους πολιτικούς “κουσούρι”. Ασχολείται με τα στοιχεία, με τα νούμερα, με τα πραγματικά δεδομένα, τα facts που λένε και οι αγγλοσάξωνες. Ο Γερουλάνος δεν παίρνει εύκολα κάτι ώς δεδομένο αν αυτό δεν αποδεικνύεται από στοιχεία.

Αυτά που υποστηρίζει στις αναλύσεις του και στις ιδεολογικές αναζητήσεις του (μπορείτε να διαβάσετε τα πολύ εκτεταμένα αναλυτικά κείμενα του στο προσωπικό του Blog) στηρίζονται σε γεγονότα, σε δεδομένα και σε στοιχεία τα οποία πολύ συχνά καταρρίπτουν την “κοινή πεποίθηση”.

Αν θα θελήσει πολιτικά στηρίγματα; Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Είναι διαφορετικός από τον κλασσικό πολιτικό, αλλά τρελός δεν είναι. Φυσικά και θα θελήσει να στηριχθεί από όλους και ακόμη περισσότερο από τον πολιτικό του χώρο που είναι το ΠΑΣΟΚ (έστω και αν το λένε ΚΙΝΑΛ) αλλά είναι βέβαιον οτι θα απολάμβανε και τη στήριξη οποιουδήποτε άλλου – δημοκρατικού εννοείται – κόμματος.

Αν έχει ήδη συμφωνία με τη Γεννηματά; Υποθέτουμε πώς έχει τουλάχιστον κάποια θετική διαβεβαίωση η οποία όμως δεν έχει ακόμη διατυπωθεί επισήμως και δημοσίως και στην πολιτική ο χρόνος μέχρι τις εκλογές είναι μακρύς. Πολύ μακρύς και πολλά αλλάζουν.

Ο Γερουλάνος γνωρίζει πως δεν είναι φαβορί. Γνωρίζει πως το κόμμα του είναι σε κακή κατάσταση και η μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων του έχει διασκορπιστεί. Γνωρίζει οτι ο υποψήφιος της Νέας Δημοκρατίας, ειδικά σε μια προεκλογική χρονιά όπως το 2019 θα συγκεντρώσει πολύ μεγάλο ποσοστό εξαιτίας της πόλωσης. Δεν έχει ελπίδες οτι θα τον στηρίξει ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και κατά τη γνώμη μου άνετα θα μπορούσε να το κάνει.

Με λίγα λόγια, ο Γερουλάνος γνωρίζει πολύ καλά οτι οι ελπίδες του να κερδίσει αυτές τις εκλογές και να γίνει Δήμαρχος είναι περιορισμένες. Όμως εφόσον δηλώνει πολιτικός πρέπει να κάνει τη δουλειά του και να διεκδικήσει πολιτικές θέσεις.

Δεν έχει το προφίλ αυτού που “γουστάρουν” οι πολλοί ψηφοφόροι, αν κρίνουμε από αυτούς που ψήφισαν στις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις, δεν είναι λαϊκιστής, δεν είναι “μάγκας”, δεν παριστάνει το “παιδί του λαού” . Στην πολιτική καριέρα όμως που διάλεξε, γνωρίζει πολύ καλά ότι υπάρχουν και ήττες, όπως υπάρχουν και ανατροπές και εκπλήξεις. Και ξέρει από ήττες διότι δεν εξελέγη βουλευτής στις εκλογές του 2012 όπως ξέρει και από ανατροπές διότι είναι ένας από τους ελάχιστους υπουργούς που έχουν υποβάλει παραίτηση. Παραιτήθηκε από υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού όταν έγινε ένοπλη ληστεία στην Αρχαία Ολυμπία.

Τελικά ο Γερουλάνος δεν είναι επαναστάτης, όπως πολλοί άλλοι αυτοχαρακτηρίζονται, αλλά είναι ασυνήθιστος πολιτικός, είναι ένα είδος “αμφισβητία”.

Έχει μια αστική μεν ιδεολογία, αλλά σε μεγάλο βαθμό αντισυμβατική.

Και αυτό φάνηκε και από τον τρόπο που διάλεξε για να ανακοινώσει την υποψηφιότητα του. Στην πλατεία Κυψέλης, στην καρδιά μιας από τις πιο ταλαιπωρημένες και παλιές συνοικίες της Αθήνας, στο όρθιο και στο χαλαρό. Όσον αφορά δε τη σχέση του με την πόλη της οποίας διεκδικεί την δημαρχία, είναι δημότης Αθηναίων, αυτός ο πατέρας του και ο παππούς του. Είναι δηλαδή ντόπιος. Είναι και αυτό ένα προσόν.

Πηγή: reporter.gr