skip to Main Content
ΦΛΩΡΑΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α3 (Copy)

«Κεφαλονιά: Μνήμες του χθες, ευθύνη για το σήμερα, ελπίδα για το αύριο»

Κεφαλονιά: Μνήμες του χθες, ευθύνη για το σήμερα, ελπίδα για το αύριο.

Αφορμή για αυτές τις σκέψεις στάθηκε μια φράση που μου είπε ο φίλος μου ο Σάκης Βούτος, σε μια προσωπική κουβέντα που είχαμε: «Αγωνίζομαι 45 χρόνια στη δημοσιογραφία για ένα καλύτερο μέλλον στα Άγια Νησιά μας και τα παιδιά μας, για να καθίσουν εδώ και να μην ερημώσουμε». Η φράση αυτή έμεινε στο μυαλό μου, γιατί συμπυκνώνει ίσως το σημαντικότερο ερώτημα που έχουμε μπροστά μας: όχι μόνο πώς θα γεμίζει η Κεφαλονιά με επισκέπτες κάθε καλοκαίρι, αλλά πώς θα δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε τα παιδιά που μεγαλώνουν εδώ να μπορούν να μείνουν, όσοι έφυγαν αναζητώντας μια καλύτερη ζωή να μπορούν κάποτε να επιστρέψουν και μια νέα γενιά που μεγάλωσε μακριά, αλλά κουβαλά μέσα της την Κεφαλονιά που γνώρισε από τους γονείς και τους παππούδες της, να μπορεί κάποτε να γυρίσει στα χώματα των δικών της και να ζήσει εδώ..

Το κείμενο λοιπόν που ακολουθεί, δε γράφτηκε για να εντυπωσιάσει ή για να κάνει ακόμη μία διαπίστωση, ούτε για να υποδείξει στους ανθρώπους που ζουν καθημερινά στην Κεφαλονιά πώς πρέπει να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα του τόπου τους. Γράφτηκε γιατί δεν μπορεί να θεωρείται φυσιολογικό ένας τόπος να αδειάζει και η παρακμή του να αντιμετωπίζεται ως κάτι αναπόφευκτο.

Το κράτος ασφαλώς έχει ευθύνη και πρέπει να κάνει όσα του αναλογούν. Υπάρχει όμως και η ευθύνη της ίδιας της κοινωνίας. Μα, πάνω απ’ όλα, υπάρχει η δυνατότητα να γίνει κάτι. Ίσως όχι όλα και ίσως όχι από όλους, αλλά κάτι μπορεί και πρέπει να γίνει.

Αν το κείμενο αυτό καταφέρει να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για το τι μπορούν επιτέλους να κάνουν οι Κεφαλονίτες για τον τόπο τους από όπου κι αν βρίσκονται, τότε θα έχει πετύχει τον σκοπό του.

Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο ποια προβλήματα αντιμετωπίζει σήμερα η Κεφαλονιά. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι μπορεί και τι πρέπει να αλλάξει από εδώ και πέρα.

Στις ρίζες η δύναμη του τόπου

Υπάρχουν τόποι που τους ζεις και τόποι που τους κουβαλάς μέσα σου. Για μένα, η Κεφαλονιά είναι το δεύτερο. Ο πατέρας μου κατάγεται από εκεί. Εκεί είναι οι ρίζες του, εκεί γεννήθηκε, εκεί ήταν οι άνθρωποι που τον μεγάλωσαν, εκεί η φαμίλια του, εκεί και οι ιστορίες που έφτασαν μέχρι εμένα. Κι έτσι, η Κεφαλονιά δεν έγινε ποτέ για μένα απλώς ένας τόπος διακοπών. Έγινε ένας τόπος που έμαθα να αγαπώ μέσα από τις αναμνήσεις των άλλων, πριν ακόμη δημιουργήσω τις δικές μου.

Κάθε φορά που κλείνω τα μάτια και τη σκέφτομαι, δε βλέπω μόνο το καταπράσινο τοπίο και το καταγάλανο Ιόνιο. Βλέπω τη στόφα αναμμένη με τη μπερδεμένη μυρωδιά του καμένου ξύλου και του φαγητού που σιγόβραζε. Τη νόνα μου με τις γειτόνισσες τα απογεύματα, κάτω από το πουρνάρι, να λένε ιστορίες μιας άλλης εποχής· ιστορίες που τότε, ως παιδί, άκουγα χωρίς να καταλαβαίνω πως κάποτε θα γίνονταν κομμάτι της δικής μου μνήμης. Θυμάμαι τον τρύγο, τη μυρωδιά του μούστου από τον λινό, τις φωνές στις αυλές, τα νυχτολούλουδα, τα μπουγαρίνια και τους βασιλικούς. Βλέπω τον δρόμο που έμαθα ποδήλατο, τα σπίτια που ήταν πάντα ανοιχτά, τις πόρτες που δεν χρειαζόταν να χτυπήσεις, τα οικογενειακά τραπέζια που στρώνονταν και στο τέλος είχαν πάντα περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους αρχικά είχαν μαζευτεί.

Θυμάμαι ανθρώπους που σήμερα δεν υπάρχουν πια, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα στις ιστορίες. Και ίσως αυτό να είναι η Κεφαλονιά για πολλούς από εμάς. Δεν είναι μόνο ένας τόπος. Είναι άνθρωποι που έφυγαν και άνθρωποι που έμειναν. Είναι σπίτια, αυλές, εκκλησιές, χωριά, καντάδες και πανηγύρια, μυρωδιές και γεύσεις, φωνές και ιστορίες. Είναι οι γονείς μας, οι άνθρωποί μας. Είναι όσα προλάβαμε να ζήσουμε και όσα μας διηγήθηκαν εκείνοι που έζησαν πριν από εμάς.

Γι’ αυτό ίσως είναι δύσκολο να κοιτάξει κανείς σήμερα την Κεφαλονιά μόνο μέσα από ωραίες φωτογραφίες. Γιατί πίσω από κάθε εικόνα υπάρχει μια άλλη Κεφαλονιά. Η Κεφαλονιά των ανθρώπων.

Και αυτή η Κεφαλονιά είναι που πρέπει να μας απασχολήσει. Γιατί ένας τόπος μπορεί να παραμένει πανέμορφος και παρ’ όλα αυτά να αδειάζει. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη απειλή που αντιμετωπίζει σήμερα το νησί μας: να γίνει ένας όμορφος τόπος χωρίς τους ανθρώπους του.

Ένας τόπος που άντεξε πολλά

Η Κεφαλονιά δεν είναι ένας τόπος που δεν έχει γνωρίσει δυσκολίες. Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, φτώχεια και ύστερα οι σεισμοί του 1953 και η μετανάστευση. Μια κοινωνία που πολλές φορές χρειάστηκε να ξανασταθεί στα πόδια της όταν όλα γύρω της είχαν γκρεμιστεί.

Οι σεισμοί του 1953 άλλαξαν για πάντα την εικόνα του νησιού και ακολούθησε μια δύσκολη περίοδος ανοικοδόμησης. Η Κεφαλονιά ξαναχτίστηκε. Οι προηγούμενες γενιές είχαν όμως κάτι που σήμερα ίσως μας λείπει: την αίσθηση ότι, αν δεν το κάνουν οι ίδιοι, δε θα το κάνει κανείς.

Έφυγαν άνθρωποι για να βρουν καλύτερη ζωή. Άλλοι πήγαν στην Αθήνα και στην Πάτρα. Άλλοι στην Αμερική και στην Αυστραλία. Έφυγαν όχι επειδή έπαψαν να αγαπούν τον τόπο τους. Έφυγαν επειδή ήθελαν να ζήσουν καλύτερα. Και αυτή η ιστορία επαναλαμβάνεται. Μόνο που σήμερα πολλοί δεν φεύγουν επειδή δεν έχουν ψωμί. Φεύγουν επειδή δε βλέπουν αρκετές δυνατότητες για το αύριο. Και αυτό είναι ίσως ακόμη δυσκολότερο να αντιμετωπιστεί.

Η Κεφαλονιά σήμερα

Η Κεφαλονιά έχει φυσικό πλούτο, τουρισμό, σημαντικό απόθεμα γης και περιουσίας, ανθρώπους με δυνατότητες και μια ισχυρή διασπορά. Έχει, δηλαδή, πολλά από τα στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια ισχυρότερη και πιο ανθεκτική οικονομία. Αυτό που δεν έχει καταφέρει ακόμη είναι να τα συνδέσει μεταξύ τους και να τα μετατρέψει σε μια οικονομία που δημιουργεί σταθερό εισόδημα και ευκαιρίες όλο τον χρόνο. Κι εκεί εντοπίζεται το ζήτημα: η οικονομική και κοινωνική ζωή δεν είναι όσο ισχυρή και όσο διαφοροποιημένη θα έπρεπε για να στηρίξει έναν μόνιμο πληθυσμό σε βάθος χρόνου.

Ο τουρισμός έχει γίνει βασικός κινητήρας της οικονομίας. Αυτό δεν είναι κακό. Κακό είναι να γίνεται σχεδόν ο μοναδικός κινητήρας.

Γιατί ο τουρισμός μπορεί να φέρνει χρήματα στο νησί, αλλά δεν αρκεί από μόνος του για να δημιουργήσει μια πλήρη κοινωνία δώδεκα μηνών. Το καλοκαίρι όλα μοιάζουν να λειτουργούν: δρόμοι γεμάτοι, καταστήματα, εστιατόρια και καταλύματα γεμάτα, λιμάνια και αεροδρόμιο σε ένταση. Και μετά ο τόπος μικραίνει. Η αγορά μικραίνει, η κίνηση μειώνεται και μαζί της οι ευκαιρίες εργασίας.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: λιγότερη μόνιμη οικονομική δραστηριότητα σημαίνει λιγότερες ευκαιρίες· λιγότερες ευκαιρίες σημαίνουν φυγή νέων ανθρώπων· και η φυγή των νέων αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο την οικονομία.

Τα στοιχεία της απογραφής δείχνουν ότι η δημογραφική πίεση δεν είναι φανταστική. Στα Ιόνια Νησιά, μεταξύ 2011 και 2021, μειώθηκε ο πληθυσμός των ηλικιών 20–29 κατά 23% και των 30–39 κατά 15,1%, ενώ αυξήθηκε σημαντικά ο πληθυσμός των ηλικιών 60–69. Η εικόνα των Ιονίων Νήσων δεν ταυτίζεται απόλυτα με την Κεφαλονιά, αλλά αποτυπώνει μια ευρύτερη δημογραφική τάση που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η ίδια η Κεφαλονιά δεν αποτελεί εξαίρεση: η Περιφερειακή Ενότητα Κεφαλληνίας είχε το 2021 34.924 μόνιμους κατοίκους, 2,4% λιγότερους από το 2011.

Αυτό δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Είναι το αυριανό σχολείο που μπορεί να έχει λιγότερα παιδιά και γι’ αυτό να δυσκολευτεί να παραμείνει ανοιχτό. Είναι η επιχείρηση που δυσκολεύεται να βρει εργαζόμενους. Είναι το χωριό που κλείνει ένα ακόμη σπίτι. Είναι ο γονιός που σκέφτεται αν το παιδί του μπορεί να επιστρέψει. Είναι ο ηλικιωμένος που μένει μόνος.

Όταν ένας τόπος χάνει τους ανθρώπους του

Η Κεφαλονιά δεν αντιμετωπίζει μόνο ένα πρόβλημα μείωσης του πληθυσμού. Αντιμετωπίζει ένα βαθύτερο δημογραφικό πρόβλημα. Γεννιούνται λιγότερα παιδιά, οι οικογένειες είναι μικρότερες και το κόστος της ζωής, της στέγασης και της δημιουργίας οικογένειας κάνει την απόφαση για ένα παιδί δυσκολότερη. Την ίδια στιγμή, πολλοί νέοι άνθρωποι φεύγουν για να σπουδάσουν και δεν επιστρέφουν, ενώ οικογένειες και εργαζόμενοι αναζητούν καλύτερες επαγγελματικές και οικονομικές συνθήκες σε άλλες περιοχές της Ελλάδας ή στο εξωτερικό. Έτσι, η Κεφαλονιά δεν χάνει μόνο αριθμούς στον πληθυσμό της. Χάνει νέους ανθρώπους, οικογένειες, δεξιότητες, επαγγελματίες και την αναγκαία ανανέωση της κοινωνίας της. Και όταν αυτό συμβαίνει για χρόνια, οι συνέπειες γίνονται αλυσιδωτές: λιγότερα παιδιά σημαίνει λιγότερους μαθητές και αυξάνει τον κίνδυνο να συγχωνευθούν ή να κλείσουν σχολικές μονάδες, λιγότερες οικογένειες σημαίνει μικρότερη ζήτηση για κατοικία και υπηρεσίες, λιγότεροι εργαζόμενοι σημαίνει δυσκολότερη στελέχωση επιχειρήσεων και υπηρεσιών και, τελικά, ένας πληθυσμός που γερνάει και συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο σε λίγα σημεία του νησιού. Δεν είναι λοιπόν μόνο ότι κάποιοι φεύγουν. Είναι ότι ο τόπος δυσκολεύεται να δημιουργήσει τις συνθήκες που θα έκαναν έναν νέο άνθρωπο να μείνει, μια οικογένεια να μεγαλώσει και κάποιον που έφυγε να επιστρέψει.

 

Η δύσκολη καθημερινότητα

Ναι, χρειαζόμαστε καλύτερους δρόμους. Χρειαζόμαστε καλύτερη υγειονομική κάλυψη, επαρκή στελέχωση του Νοσοκομείου, αξιόπιστο ΕΚΑΒ και δυνατότητα γρήγορης διακομιδής όταν απαιτείται. Και δεν είναι μόνο η υγεία. Είναι τα σχολεία, οι συγκοινωνίες, οι ψηφιακές υποδομές, οι δημόσιες υπηρεσίες και η καθημερινή δυνατότητα ενός ανθρώπου να ζει αξιοπρεπώς χωρίς να αισθάνεται ότι βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα επειδή κατοικεί σε ένα νησί.

Το κράτος πρέπει να κάνει τη δουλειά του. Πρέπει να διεκδικούμε από αυτό όσα δικαιούμαστε και να απαιτούμε ισότιμες συνθήκες ζωής. Όμως, αν περιμένουμε να έρθει κάποιος από την Αθήνα και να λύσει μόνος του το πρόβλημα της Κεφαλονιάς, μάλλον θα περιμένουμε για πάντα. Το κράτος δεν μπορεί να είναι η μόνη μας στρατηγική.

Πολλοί επισκέπτες δε σημαίνει απαραίτητα πλούσιος τόπος

Ο τουρισμός είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο για το νησί, αλλά δεν είναι ολόκληρη η οικονομία του. Είναι μέρος του πλούτου της Κεφαλονιάς. Δεν μπορεί όμως να γίνει το άλλοθι για να μη βλέπουμε όσα δε λειτουργούν. Ακούμε κάθε χρόνο για τις αφίξεις, τις πληρότητες και τους αριθμούς των επισκεπτών και βλέπουμε το νησί να γεμίζει τους καλοκαιρινούς μήνες. Πίσω όμως από αυτούς τους αριθμούς πρέπει να δούμε και κάτι άλλο: πόσο από τον πλούτο που δημιουργείται μένει πραγματικά στην Κεφαλονιά και πόσο διαχέεται στην τοπική κοινωνία. Γιατί περισσότεροι επισκέπτες δε σημαίνουν αυτομάτως περισσότερη ανάπτυξη, περισσότερη παραγωγή, περισσότερες ευκαιρίες και καλύτερη ζωή για τους ανθρώπους του τόπου.

Ένας επισκέπτης μπορεί να έρθει με ένα οργανωμένο πακέτο από το εξωτερικό, να ταξιδέψει προς το τοπικό αεροδρόμιο ξένων συμφερόντων με προκρατημένη πτήση ξένης εταιρείας, να μεταφερθεί στο ξενοδοχείο ξένου tour operator και να περάσει εκεί μεγάλο μέρος των διακοπών του, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ξενοδοχείο all inclusive. Μπορεί ακόμη να ταξιδέψει με ένα ιστιοπλοϊκό ή άλλο σκάφος αναψυχής νοικιασμένο από ξένη εταιρεία, να κοιμηθεί και να φάει πάνω στο σκάφος και να βγει στη στεριά κυρίως για μια βόλτα, μια παραλία ή μια περιορισμένη κατανάλωση. Αυτό δε σημαίνει ότι αυτοί οι επισκέπτες δεν αφήνουν καθόλου χρήματα στον τόπο με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Το ερώτημα είναι πόσο ευρύτερο θα μπορούσε να είναι το οικονομικό τους αποτύπωμα αν μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης τους παρέμενε και κυκλοφορούσε μέσα στην τοπική οικονομία.

Γιατί άλλο είναι να έχεις περισσότερους επισκέπτες και άλλο να έχεις περισσότερη παραγωγή, περισσότερες ευκαιρίες, περισσότερες θέσεις εργασίας και καλύτερη ζωή για τους ανθρώπους που ζουν εδώ. Δεν αρκεί λοιπόν να μετράμε πόσοι έρχονται. Πρέπει να μπορούμε να μετρήσουμε και τι αφήνουν πίσω τους.

Το ζητούμενο δεν είναι να διώξουμε τα οργανωμένα πακέτα, να πολεμήσουμε το all inclusive ή να θεωρήσουμε τον θαλάσσιο τουρισμό πρόβλημα. Είναι να πετύχουμε κάτι πολύ πιο έξυπνο: κάθε μορφή τουρισμού να συνδέεται περισσότερο με την οικονομία της Κεφαλονιάς. Να μη μετράμε μόνο τις αφίξεις, αλλά και το οικονομικό αποτύπωμα κάθε επισκέπτη και το μέρος της τουριστικής δαπάνης που παραμένει στον τόπο.

Δε χρειαζόμαστε απλώς περισσότερους τουρίστες. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη αξία για την Κεφαλονιά από κάθε τουρίστα που την επισκέπτεται.

Από το «εγώ» στο «εμείς»

Για χρόνια έχουμε μάθει να βλέπουμε την Κεφαλονιά με δύο διαφορετικούς τρόπους. Ο μόνιμος κάτοικος λέει: «Εδώ ζω, εδώ δουλεύω, εδώ έχω την επιχείρησή μου». Ο απόδημος λέει: «Εδώ είναι το χωριό μου, εδώ είναι το σπίτι των γονιών μου, εδώ έρχομαι το καλοκαίρι». Και οι δύο αγαπούν τον τόπο τους. Αλλά ίσως και οι δύο πρέπει να αλλάξουν λίγο τον τρόπο με τον οποίο τον βλέπουν.

Η Κεφαλονιά δεν είναι μόνο το σπίτι μας, η επιχείρησή μας, η περιουσία μας, το χωριό μας ή οι διακοπές μας. Είναι ένας κοινός τόπος. Και αν συνεχίσουμε να λειτουργούμε ο καθένας μόνο για τον εαυτό του, στο τέλος μπορεί να έχουμε κερδίσει όλοι κάτι μικρό και να έχουμε χάσει όλοι κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Αυτό είναι το «εμείς». Ένας παραγωγός μόνος του δύσκολα δημιουργεί μια ισχυρή εξαγωγική επιχείρηση. Πολλοί παραγωγοί μπορούν, μέσα από συνεργασίες, να δημιουργήσουν τυποποίηση, κοινή εμπορική ταυτότητα και δίκτυο πωλήσεων. Μια επιχείρηση μόνη της δύσκολα ανοίγει μια ξένη αγορά. Ένα δίκτυο επιχειρήσεων μπορεί. Ένας νέος που επιστρέφει μόνος του μπορεί να αποτύχει. Ένα οικοσύστημα που του προσφέρει εργασία, χρηματοδότηση, mentoring, υποδομές και συνεργασίες μπορεί να τον κρατήσει.

Η παραγωγή πρέπει να επιστρέψει

Η Κεφαλονιά δεν μπορεί να ζει μόνο πουλώντας το καλοκαίρι τη θάλασσα, το τοπίο και την ομορφιά της. Η παραγωγή πρέπει να ξαναγίνει βασικός πυλώνας της οικονομίας της: γεωργία, κτηνοτροφία, τυροκομία, αμπελουργία, ελαιόλαδο, μέλι, αλιεία, τοπικά προϊόντα, μεταποίηση και τυποποίηση. Και όχι μόνο για να καταναλώνουμε εμείς. Για να δημιουργούμε προϊόντα που μπορούν να πουληθούν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική ευκαιρία του τουρισμού. Αν ένα ξενοδοχείο αγοράζει από την Κεφαλονιά κρασί, τυρί, λάδι, μέλι, κρέας, λαχανικά, αρτοποιήματα και άλλα προϊόντα, ο τουρισμός δεν είναι πλέον απλώς κατανάλωση. Γίνεται αγορά για τον παραγωγό. Αν μια τοπική επιχείρηση αναλάβει τις μεταφορές, τις επισκευές, τις δραστηριότητες ή άλλες υπηρεσίες, η τουριστική δαπάνη περνά από περισσότερα χέρια μέσα στο νησί. Και αν ο επισκέπτης γνωρίσει ένα κεφαλονίτικο προϊόν ή μια τοπική εμπειρία και τα αναζητήσει ξανά όταν επιστρέψει στην πατρίδα του, τότε ο τουρισμός μπορεί να γίνει ακόμη και η πρώτη πόρτα για μια εξαγωγή.

Δεν χρειάζεται να παράγονται όλα στην Κεφαλονιά ούτε να επιδιώκεται μια φανταστική οικονομική αυτάρκεια. Χρειάζεται όμως να εντοπιστεί πού υπάρχει πραγματική δυνατότητα παραγωγής και πού υπάρχει ήδη έτοιμη αγορά μέσα στο ίδιο το νησί. Τα ξενοδοχεία και η εστίαση είναι μια τέτοια αγορά. Ο τουρισμός δημιουργεί ζήτηση· η τοπική παραγωγή πρέπει να μάθει να την καλύπτει.

Αυτό σημαίνει καλύτερη οργάνωση των παραγωγών, συνεργασίες, τυποποίηση, σταθερές ποσότητες και ποιότητα, κοινά δίκτυα διάθεσης και συμφωνίες με ξενοδοχεία και επιχειρήσεις εστίασης. Σημαίνει επίσης να μπορεί ένας ξενοδόχος να βρει εύκολα και αξιόπιστα τον τοπικό παραγωγό που χρειάζεται, αντί να αναγκάζεται να προμηθεύεται τα πάντα από αλλού.

Έτσι ο τουρισμός δεν τελειώνει όταν φύγει ο τουρίστας. Μπορεί να συνεχίζεται στο χωράφι, στο τυροκομείο, στο οινοποιείο, στο εργαστήριο, στην αποθήκη, στο φορτηγό και τελικά σε μια αγορά του εξωτερικού. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο τουρισμός μπορεί να γίνει όχι ο μοναδικός κινητήρας της Κεφαλονιάς, αλλά καταλύτης για μια οικονομία που παράγει, εξάγει και δημιουργεί εισόδημα όλο τον χρόνο.

Η Κεφαλονίτικη Διασπορά

Το κεφάλαιο που βρίσκεται έξω από το νησί και μπορεί να ξαναγίνει δύναμη για τον τόπο

Εδώ βρίσκεται ένα τεράστιο κεφάλαιο που δεν έχουμε αξιοποιήσει όσο θα μπορούσαμε. Οι Κεφαλονίτες που έφυγαν δεν εξαφανίστηκαν. Έγιναν γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι, επιχειρηματίες, πανεπιστημιακοί, επιστήμονες και επαγγελματίες. Δημιούργησαν επιχειρήσεις, γνώση και δίκτυα σε άλλες πόλεις και χώρες. Γιατί λοιπόν να τους θυμόμαστε μόνο τον Αύγουστο;

Χρειαζόμαστε έναν τρόπο να τους συνδέσουμε ξανά με τον τόπο. Ένα Kefalonia Global Network. Όχι ακόμη έναν πολιτιστικό σύλλογο, αλλά ένα πρακτικό δίκτυο ανθρώπινου κεφαλαίου. Να ξέρουμε ποιοι Κεφαλονίτες βρίσκονται πού, με τι ασχολούνται και σε τι μπορούν να συμβάλουν: ποιος μπορεί να ανοίξει μια αγορά, ποιος μπορεί να γίνει μέντορας ενός νέου, ποιος μπορεί να βοηθήσει μια τοπική επιχείρηση να εξάγει, ποιος μπορεί να προσφέρει τεχνογνωσία ή, εφόσον το επιθυμεί, να επενδύσει.

Και όχι με τη λογική «βοηθήστε την πατρίδα», αλλά με μια πολύ πιο συγκεκριμένη πρόταση: «Υπάρχει ένα πρόβλημα. Υπάρχει ένα project. Υπάρχει μια ευκαιρία. Μπορείς να συμμετάσχεις;»

Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό. Η Σκωτία έχει το GlobalScot, ένα διεθνές δίκτυο επιχειρηματιών, στελεχών και ειδικών που συνδέονται με τη χώρα και μπορούν να προσφέρουν γνώση, επαφές, επιχειρηματική καθοδήγηση και πρόσβαση σε διεθνείς αγορές. Η Ιρλανδία έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο: η νέα Diaspora Strategy 2026–2030 αντιμετωπίζει τη διασπορά ως μακροχρόνια σχέση με την πατρίδα και επιδιώκει να ενισχύσει τις κοινωνικές, πολιτιστικές και οικονομικές συνδέσεις με τους Ιρλανδούς του εξωτερικού, αλλά και να διευκολύνει όσους επιθυμούν να επιστρέψουν.

Δεν χρειάζεται να γίνουμε ούτε Σκωτία ούτε Ιρλανδία. Χρειάζεται να μάθουμε από χώρες που κατάλαβαν κάτι σημαντικό: ότι οι άνθρωποι που έφυγαν δεν αποτελούν μόνο μια χαμένη πατρίδα. Μπορούν να αποτελέσουν ένα παγκόσμιο δίκτυο γνώσης, εμπειρίας, επαφών και ευκαιριών για τον τόπο από τον οποίο ξεκίνησαν.

Από την ιδέα στην επένδυση

Εδώ δε χρειάζονται γενικόλογες προσκλήσεις για επενδύσεις. Χρειάζεται ένα σοβαρό Kefalonia Investment Portfolio: τουρισμός υψηλότερης αξίας, αγροδιατροφή, μεταποίηση, θαλάσσιος τουρισμός, ενέργεια, ψηφιακές επιχειρήσεις, πολιτισμός και επιλεγμένες αξιοποιήσεις ακινήτων. Πραγματικά έργα, ώριμα ή με σαφή διαδρομή ωρίμανσης, με γνωστό απαιτούμενο κεφάλαιο, αναμενόμενη απόδοση, κινδύνους, αδειοδοτήσεις, χρονοδιάγραμμα και θέσεις εργασίας.

Όχι «επενδύστε στην Κεφαλονιά επειδή είναι όμορφη». Η ομορφιά είναι πλεονέκτημα. Δεν είναι business plan.

Το δίκτυο δε χρειάζεται να γίνει επενδυτική εταιρεία. Μπορεί να εντοπίζει ευκαιρίες, να οργανώνει ανθρώπους, να βοηθά στην προετοιμασία και να συνδέει παραγωγούς, επιστήμονες και επενδυτές. Όταν ένα έργο είναι ώριμο, μπορεί να αποκτά το δικό του, ξεχωριστό επιχειρηματικό σχήμα.

Τα χωριά δεν πρέπει να χαθούν

Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στο 1960. Δεν γίνεται κάθε χωριό να έχει όσα είχε κάποτε. Μπορούμε όμως να αποφασίσουμε ότι δε θα εγκαταλειφθούν χωρίς σχέδιο.

Κάποια μπορούν να γίνουν κέντρα αγροδιατροφής. Κάποια να συνδεθούν με τον πολιτισμό και τον τουρισμό. Κάποια να προσελκύσουν τηλεργαζόμενους. Κάποια να φιλοξενήσουν υπηρεσίες. Κάποια θα παραμείνουν κυρίως οικισμοί κατοικίας. Το ζητούμενο δεν είναι να μετατρέψουμε κάθε χωριό σε κάτι που δεν μπορεί να γίνει. Είναι να δημιουργήσουμε ένα δίκτυο ζωντανών χωριών, συνδεδεμένων μεταξύ τους και με τα μεγαλύτερα κέντρα.

Η Ιταλία αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια παρόμοιο πρόβλημα σε πολλές μικρές και απομακρυσμένες περιοχές. Η National Strategy for Inner Areas συνδέει την αντιμετώπιση της δημογραφικής παρακμής με νέες ευκαιρίες εισοδήματος, αλλά και με την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση, η υγεία και οι μεταφορές.

Το μάθημα είναι απλό: δεν κρατάς ζωντανό ένα χωριό μόνο φτιάχνοντας έναν δρόμο ή ανακαινίζοντας μια πλατεία. Το κρατάς ζωντανό όταν υπάρχει λόγος να κατοικεί κάποιος εκεί: να εργάζεται, να μεγαλώνει τα παιδιά του, να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες και να μπορεί να δημιουργεί εισόδημα. Όχι επιστροφή στο παρελθόν, αλλά προϋποθέσεις για το μέλλον.

Και οι νέοι;

Εδώ θα κριθεί η επιτυχία ή η αποτυχία μας. Δεν μπορούμε να λέμε στα παιδιά «γύρνα στην Κεφαλονιά, είναι ο τόπος σου» και να τους προσφέρουμε εποχική εργασία, ακριβή διαβίωση, περιορισμένες επαγγελματικές επιλογές και ανεπαρκείς δημόσιες παροχές. Δε θα γυρίσουν και δε θα έχουν άδικο.

Αν θέλουμε να επιστρέψουν, πρέπει να τους δώσουμε λόγο: εργασία, επιχειρηματικές ευκαιρίες, χρηματοδότηση, στέγη, παιδεία, υγεία, γρήγορο internet, συνδέσεις με την υπόλοιπη Ελλάδα και τον κόσμο και, κυρίως, την αίσθηση ότι το μέλλον τους δεν μικραίνει αν επιστρέψουν.

Και η περιουσία;

Υπάρχει και μια δύσκολη πραγματικότητα. Όταν ο μόνιμος πληθυσμός μειώνεται, οι νέοι φεύγουν και οι οικογένειες δυσκολεύονται να ζήσουν από την τοπική οικονομία, η ακίνητη περιουσία μπορεί να γίνει για κάποιους ένα από τα τελευταία οικονομικά στηρίγματα. Ένας πουλάει, κάποιος άλλος αγοράζει και σταδιακά μπορεί να αλλάξει όχι μόνο η χρήση ενός ακινήτου αλλά και ο χαρακτήρας μιας ολόκληρης περιοχής.

Δε χρειάζεται να κατηγορήσουμε κανέναν. Ο ιδιοκτήτης έχει δικαίωμα να πουλήσει και ο επενδυτής δικαίωμα να αγοράσει. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: γιατί ένας άνθρωπος να είναι υποχρεωμένος να πουλήσει τη γη των προγόνων του για να μπορέσει να ζήσει; Η απάντηση δεν είναι να απαγορεύσουμε τις πωλήσεις. Είναι να δημιουργήσουμε μια οικονομία που επιτρέπει στον Κεφαλονίτη να παραμείνει, να εργαστεί, να επενδύσει, να διατηρήσει την περιουσία του και να δημιουργήσει εισόδημα στον τόπο του.

Δεν αρκεί να το θέλουμε. Πρέπει να οργανωθούμε

Κάποιος μπορεί εύλογα να ρωτήσει: «Ποιος θα τα κάνει όλα αυτά;» Η απάντηση δεν μπορεί να είναι «κάποιος πρέπει». Πρέπει να υπάρχει ένας τρόπος να ξεκινήσουμε.

Η αρχή θα μπορούσε να γίνει με μια μικρή ιδρυτική ομάδα ανθρώπων από την Κεφαλονιά και τη διασπορά. Όχι με στόχο να δημιουργηθεί αμέσως ένας μεγάλος φορέας, αλλά για να δοκιμαστεί στην πράξη αν υπάρχει διάθεση, συνεργασία και αποτέλεσμα.

Το πρώτο έργο δεν χρειάζεται να είναι ένα συνέδριο. Χρειάζεται να είναι η καταγραφή: ένα Kefalonia Global Directory και ένας Χάρτης Αναγκών και Ευκαιριών της Κεφαλονιάς. Να ξέρουμε ποιοι είμαστε, πού βρίσκονται οι άνθρωποί μας, τι μπορούν να προσφέρουν και τι χρειάζεται πραγματικά ο τόπος.

Οι υπάρχοντες σύλλογοι δεν χρειάζεται να διαλυθούν ούτε να συγχωνευθούν. Μπορούν να παραμείνουν αυτόνομοι και να συνεργάζονται σε συγκεκριμένες δράσεις. Το ίδιο και οι επαγγελματικοί φορείς, οι επιχειρήσεις, τα πανεπιστήμια και οι δημόσιοι οργανισμοί.

Ο Δήμος, η Περιφέρεια και το Επιμελητήριο πρέπει να είναι συνεργάτες, όχι ιδιοκτήτες της προσπάθειας. Η κοινωνία πρέπει να μπορεί να συνεργάζεται με το κράτος αλλά και να του λέει καθαρά: «Εμείς θα κάνουμε όσα μπορούμε. Εσείς πρέπει να κάνετε όσα σας αναλογούν.»

Ο καθένας όμως πρέπει να έχει και συγκεκριμένο ρόλο. Οι δήμοι και η Περιφέρεια μπορούν να φέρνουν στο τραπέζι τις ανάγκες, τα διαθέσιμα εργαλεία και τις δημόσιες δυνατότητες. Το Επιμελητήριο και οι επαγγελματικοί φορείς να συνδέουν την προσπάθεια με την πραγματική αγορά και τις επιχειρήσεις. Οι παραγωγοί και οι επιχειρήσεις να προσφέρουν προϊόντα, υπηρεσίες και πραγματικές επιχειρηματικές ανάγκες. Οι επιστημονικοί και πανεπιστημιακοί φορείς να προσφέρουν γνώση και τεχνογνωσία. Η διασπορά να ανοίγει δρόμους προς αγορές, δίκτυα, εμπειρία και κεφάλαια. Και μια μικρή ομάδα συντονισμού να φροντίζει ώστε όλα αυτά να συναντιούνται και να καταλήγουν σε συγκεκριμένα έργα.

Και δε χρειάζονται μεγάλα κεφάλαια για να γίνει το πρώτο βήμα. Χρειάζονται πρώτα άνθρωποι, οργάνωση και μια μικρή ομάδα που θα δουλέψει σοβαρά. Κάποιος μπορεί να προσφέρει χρήματα, άλλος χρόνο, άλλος γνώση, άλλος μια επαγγελματική επαφή. Δεν έχουν όλοι την ίδια δυνατότητα να προσφέρουν. Όλοι όμως μπορούν να προσφέρουν κάτι.

Το εγχείρημα πρέπει να προστατευθεί από τις παλιές παθογένειες. Δεν πρέπει να γίνει υπόθεση μιας οικογένειας, μιας παρέας, ενός χωριού, ενός επιχειρηματία ή ενός πολιτικού χώρου. Τα χρήματα δεν πρέπει να αγοράζουν επιρροή και οι προσωπικές φιλοδοξίες δεν πρέπει να μπαίνουν πάνω από τον σκοπό. Η Κεφαλονιά δε χρειάζεται άλλον έναν φορέα που θα μιλά για ανάπτυξη. Χρειάζεται έναν μηχανισμό που θα αποδεικνύει ότι μπορεί να δημιουργήσει ανάπτυξη.

Και θα πρέπει να μετράμε αποτελέσματα: πόσες επιχειρήσεις βοηθήθηκαν, πόσες συνεργασίες δημιουργήθηκαν, πόσα προϊόντα βγήκαν σε νέες αγορές, πόσες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν, πόσοι νέοι έμειναν ή επέστρεψαν και πόσα επενδυτικά σχέδια προχώρησαν.

Αν μετά από δύο χρόνια έχουμε μόνο μια ωραία ιστοσελίδα, ένα λογότυπο και μερικές εκδηλώσεις, θα έχουμε αποτύχει. Αν έχουμε δημιουργήσει πραγματικές συνεργασίες, επιχειρήσεις, επενδύσεις, θέσεις εργασίας και ανθρώπους που αποφάσισαν να μείνουν ή να επιστρέψουν, τότε θα έχουμε πετύχει κάτι. Αυτό δεν είναι ένα σχέδιο που μπορεί να εφαρμοστεί από έναν άνθρωπο, έναν φορέα ή μια διοίκηση. Είναι μια διαδικασία που χρειάζεται χρόνο, συνεργασία και συνέπεια. Αλλά κάποτε πρέπει να γίνει το πρώτο βήμα.

Η Κεφαλονιά δε χρειάζεται να γίνει κάτι άλλο

Η Κεφαλονιά δε χρειάζεται να γίνει Μύκονος, ούτε Κρήτη, ούτε Αθήνα. Δεν χρειάζεται να αντιγράψει κανέναν. Χρειάζεται να γίνει η καλύτερη δυνατή εκδοχή του εαυτού της: ένα νησί που χρησιμοποιεί τον τουρισμό χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από αυτόν, που παράγει και εξάγει, που κρατά τα παιδιά του, που αξιοποιεί τους ανθρώπους του όπου κι αν βρίσκονται, που δεν αφήνει τα χωριά του να πεθαίνουν σιωπηλά και που προσφέρει αξιοπρεπή καθημερινότητα.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα της σχέσης μας με την Κεφαλονιά: να ερχόμαστε το καλοκαίρι, να περνάμε όμορφα, να βλέπουμε φίλους και συγγενείς, να θυμόμαστε τους δικούς μας, να πηγαίνουμε στις παραλίες, να τρώμε στα ίδια μέρη και όταν τελειώσουν οι διακοπές να φεύγουμε λέγοντας «του χρόνου πάλι».

Μόνο που η Κεφαλονιά δεν μπορεί να ζήσει περιμένοντας το «του χρόνου». Έχει ανάγκη από ανθρώπους που θα είναι εδώ και τον Σεπτέμβριο και τον Μάρτιο, όλο τον χρόνο. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που θα παράγουν, θα δημιουργούν, θα επενδύουν, θα εργάζονται, θα μεγαλώνουν παιδιά, θα ανοίγουν επιχειρήσεις, θα φτιάχνουν προϊόντα, θα επιστρέφουν. Και έχει ανάγκη και εκείνους που έφυγαν — όχι απαραίτητα για να γυρίσουν όλοι, αλλά για να μην φύγει μαζί τους και η σχέση τους με τον τόπο.

Ο Κεφαλονίτης της Αθήνας, της Πάτρας, της Θεσσαλονίκης, της Αμερικής, της Αυστραλίας ή οπουδήποτε αλλού μπορεί να μην είναι σε θέση να αλλάξει μόνος του την Κεφαλονιά. Μπορεί όμως να συμμετέχει, να συνδέσει ανθρώπους και γνώσεις, να επενδύσει, να στηρίξει μια προσπάθεια, να ανοίξει μια αγορά, να βοηθήσει έναν νέο άνθρωπο να επιστρέψει. Το ίδιο και εκείνος που ζει στο νησί. Κανείς μόνος του δεν μπορεί να αλλάξει τον τόπο. Όλοι μαζί όμως μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο τον αντιμετωπίζουν και να δημιουργήσουν κάτι διαφορετικό.

Το κράτος έχει την υποχρέωση να εξασφαλίσει τα αυτονόητα: υγεία, παιδεία, δρόμους, μεταφορές, υποδομές και υπηρεσίες. Αυτά δεν είναι ούτε χάρη ούτε πολυτέλεια. Είναι δικαιώματα των ανθρώπων που ζουν στο νησί. Η διεκδίκησή τους πρέπει να είναι σταθερή και συλλογική.

Όμως η Κεφαλονιά δεν μπορεί να περιμένει να λυθούν όλα από κάποιον άλλον. Υπάρχουν πράγματα που μπορούν να ξεκινήσουν από την ίδια την κοινωνία, από τους ανθρώπους της, από τις επιχειρήσεις, τους συλλόγους, τους παραγωγούς, τους νέους και τη διασπορά.

Το αύριο της Κεφαλονιάς, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο από το πόσους επισκέπτες θα υποδεχθεί, πόσα έργα θα γίνουν ή πόσα χρήματα θα επενδυθούν. Θα κριθεί από το αν θα καταφέρει να δημιουργήσει ξανά μια κοινωνία που μπορεί να ζει, να εργάζεται, να παράγει και να προοδεύει όλο τον χρόνο. Έναν τόπο στον οποίο ένας νέος άνθρωπος θα μπορεί να μείνει ή να επιστρέψει χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει να θυσιάσει το μέλλον του για να κρατήσει την πατρίδα του.

Γιατί τελικά το ζητούμενο δεν είναι να διατηρήσουμε απλώς έναν όμορφο τόπο. Είναι να διατηρήσουμε έναν ζωντανό τόπο. Και ένας τόπος είναι ζωντανός όταν οι άνθρωποί του μπορούν να μένουν, να επιστρέφουν, να δημιουργούν και να βλέπουν μπροστά τους ένα αύριο.

Η πραγματική δύναμη της Κεφαλονιάς

Η δύναμη της Κεφαλονιάς δεν βρίσκεται μόνο στις παραλίες της, στα βουνά της, στα σπήλαια, στα χωριά και στο μοναδικό φυσικό της τοπίο. Αυτά είναι η ομορφιά της. Η πραγματική της δύναμη είναι οι άνθρωποί της.

Εκείνοι που έμειναν. Εκείνοι που έφυγαν. Εκείνοι που επιστρέφουν κάθε καλοκαίρι. Εκείνοι που θα ήθελαν να επιστρέψουν, αλλά δεν έχουν ακόμη τον λόγο και τις προϋποθέσεις για να το κάνουν. Ίσως γι’ αυτό η λέξη νόστος έχει τόσο μεγάλη σημασία για τους ανθρώπους των νησιών.

Ο Οδυσσέας ταξίδεψε μακριά, γνώρισε τον κόσμο, πέρασε από πολέμους, απώλειες και δοκιμασίες, αλλά στο τέλος ο προορισμός του παρέμενε η επιστροφή στην πατρίδα του. Η Ιθάκη έγινε από τότε κάτι περισσότερο από ένας τόπος στον χάρτη. Έγινε σύμβολο της επιστροφής, της ρίζας, του τόπου που κάποιος κουβαλά μαζί του όσο μακριά κι αν ταξιδέψει.

Κάπως έτσι είναι και η Κεφαλονιά για πολλούς από τους ανθρώπους της. Δε χρειάζεται όλοι να επιστρέψουν για να αποδείξουν ότι την αγαπούν. Ούτε όλοι μπορούν να επιστρέψουν. Ο νόστος όμως δεν είναι μόνο η επιστροφή του ανθρώπου. Είναι και η επιστροφή της σχέσης του με τον τόπο.

Να μη θυμάται την Κεφαλονιά μόνο ως το μέρος όπου πέρασε τα παιδικά του καλοκαίρια, αλλά να μπορεί να προσφέρει κάτι, να επενδύσει, να δημιουργήσει, να βοηθήσει έναν νέο άνθρωπο, να ανοίξει μια πόρτα σε μια άλλη αγορά, να επιστρέψει, αν μπορεί. Και, πάνω απ’ όλα, να αισθάνεται ότι η Κεφαλονιά δεν είναι απλώς ένας τόπος που άφησε πίσω του. Είναι ένας τόπος στον οποίο μπορεί ακόμη να έχει μέλλον.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο στοίχημα για την Κεφαλονιά: όχι να κρατήσει όλους τους ανθρώπους της πάνω στο νησί με το ζόρι, αλλά να δημιουργήσει έναν τόπο από τον οποίο κανείς δε θα αισθάνεται ότι πρέπει να φύγει για να μπορέσει να ζήσει.

Και για όσους έφυγαν, να δημιουργήσει ξανά έναν λόγο να κοιτάξουν προς τα πίσω. όχι μόνο με νοσταλγία, αλλά με την προοπτική της επιστροφής. Ίσως λοιπόν ήρθε η ώρα να αλλάξουμε μια πολύ απλή λέξη. Να σταματήσουμε να λέμε «η Κεφαλονιά μου» και να αρχίσουμε να λέμε «η Κεφαλονιά μας». Ο τόπος μας. Γιατί αν ο καθένας προστατεύσει μόνο το δικό του σπίτι, τη δική του επιχείρηση, τη δική του περιουσία και τη δική του οικογένεια, μπορεί στο τέλος να έχουμε πολλά καλά σπίτια σε έναν τόπο που θα έχει όλο και λιγότερους ανθρώπους.

Αν όμως καταφέρουμε να περάσουμε από το εγώ στο εμείς, τότε ίσως μπορούμε να κάνουμε κάτι που οι προηγούμενες γενιές το έκαναν πολλές φορές χωρίς να το ονομάζουν: να ξαναχτίσουμε και να ξαναδημιουργήσουμε. Όχι αυτή τη φορά μετά από έναν πόλεμο ή έναν σεισμό, αλλά μετά από χρόνια αδράνειας, εγκατάλειψης και δημογραφικής φθοράς. Και αυτή τη φορά δε χρειάζεται να περιμένουμε να γκρεμιστούν όλα για να ξεκινήσουμε. Μπορούμε να αρχίσουμε τώρα.

Για τα παιδιά που είναι σήμερα στην Κεφαλονιά. Για εκείνα που έφυγαν. Για εκείνα που θα ήθελαν να επιστρέψουν. Για εκείνα που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί. Και για όλους εκείνους που κάποτε, μέσα από πολέμους, φτώχεια, σεισμούς και ξεριζωμούς, κράτησαν τον τόπο όρθιο. Τους χρωστάμε κάτι περισσότερο από μια ανάμνηση.

Τους χρωστάμε μια Κεφαλονιά που θα έχει αύριο.

 

 

Ο Κωνσταντίνος Φλωράτος PhD, MSc, MBA, BSc, Απόστρατος Αξιωματικός ΠΝ,

Ασχολείται με ζητήματα γεωπολιτικής, Εθνικής Άμυνας και στρατηγικής ανάλυσης.

Το ερευνητικό του ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις μεταβολές της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στις παγκόσμιες γεωπολιτικές εξελίξεις και στον ρόλο των νέων τεχνολογιών και της οικονομίας στη διαμόρφωση της ισχύος των κρατών.

Διονύσιος Βούτος
Δημοσιογράφος
45 χρόνια στην δημοσιογραφία. Δημοσιογράφος ΕΡΤ
Back To Top