Της λείπουν οι νεκροί της συγγενείς. Θέλει να μπορούσε να επισκεφθεί το νεκροταφείο Δράμας να τους ανάψει ένα κερί, άγρια νοσταλγία, χρέος από τη μια και επιστροφή στην όποια παρελθούσα θαλπωρή και οικογενειακή ασφάλεια από την άλλη. Επιθυμεί ακόμη να γυρίσει πιο πίσω τον χρόνο, να ξαναγίνει παιδούλα, τόση δα, να περπατάει στα περιβόλια που μεγάλωσε, να μαζεύει φρούτα «κάνοντας το φορεματάκι καλάθι, να, έτσι…», ζαρώνοντας τη φούστα, και να μοιράζει ύστερα τα φρούτα στα παιδιά που θα συναντά στον δρόμο – κι ας μη μένει ούτε ένα για το σπίτι της. Θέλει να πεθάνει. Να σωθεί. Να σωθούν τα παιδιά της. Ονομάζεται Παρθένα Χαραλαμπίδου-Σελαλμαζίδου, είναι ανάπηρη σε ποσοστό 87%, πρεσβυτέρα μια ζωή, έχει έξι παιδιά και τα μάτια της λάμπουν μαρτυρώντας την ανήμπορη σήμερα αλλά πάντα έξυπνη γυναίκα που ζει σε ένα διαλυμένο πλέον σπίτι από το οποίο θέλουν να τη βγάλουν. Είναι άλλη μια Μαρικάρμεν, στην άλλη άκρη της Μεσογείου, μια διαχρονική Μάνα Κουράγιο, θέλουν να την πετάξουν έξω από το σπίτι της που πλειστηριάστηκε, όμως τράπεζες και funds αυτό που δεν γνωρίζουν είναι ότι, όπως έλεγε ο ποιητής, «τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις».
Εβρεχε ασταμάτητα την Πέμπτη στη Θεσσαλονίκη, τα σύννεφα είχαν κατέβει στο ύψος του περιφερειακού, η ψυγρασίαυχρή νότιζε όλη την πόλη, αλλά στο διαλυμένο ισόγειο της οδού Ρήγα Φεραίου 42 στην Ηλιούπολη –λες κι ο ήρωας δεν έχει γράψει ακόμη καν τον «Θούριό του»– η 93χρονη Παρθένα Χαραλαμπίδου είχε μόνο τα σκεπάσματά της και την αγάπη των παιδιών της. Ούτε λόγος για θερμαντικό σώμα, καλοριφέρ ή άλλη πηγή ζεστασιάς. Η υγρασία τσάκιζε κόκαλα. Οι άναρχες στοίβες των αντικειμένων που κάποτε έδιναν ζεστασιά στο σπιτικό, τα ξηλωμένα κουφώματα, όλα, ο υπαρκτός ερειπιώνας, μαρτυρούν τη διάλυση της ζωής.
Η κυρία Παρθένα έζησε 64 ολόκληρα χρόνια στο σπίτι αυτό και φυσικά δεν μπορεί να διανοηθεί ότι θα πεθάνει μακριά από αυτό. Η οικογένεια της κυρίας Παρθένας –Πόντιοι πρόσφυγες από τη Σαμψούντα– που μοιάζει ολόκληρη με τσακισμένο καράβι στα βράχια, είναι η εικόνα μιας πατρίδας που δεν της περισσεύει ελάχιστο συναίσθημα, έστω, να υπερασπιστεί τους ανθρώπους της. Η κυρία Παρθένα είναι η εικόνα μιας Ελλάδας που κάποτε είχε υπάρξει και τώρα τράπεζες και κυβερνήτες την έχουν μετατρέψει σε διακονιάρισσα.





