skip to Main Content
ΦΛΩΡΑΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α1 (Copy)

Γεωπολιτική, Γεωστρατηγική, Άμυνα και Διεθνείς Εξελίξεις.

Το νέο ΝΑΤΟ και η μάχη της στρατηγικής
χρησιμότητας
Γιατί η επόμενη δεκαετία δεν θα κριθεί μόνο από τα όπλα, αλλά από
την τεχνολογία, τη βιομηχανία και την ικανότητα των κρατών να
προσφέρουν κρίσιμες δυνατότητες στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας
Η Συμμαχία μετασχηματίζεται από έναν μηχανισμό στρατιωτικής αποτροπής σε
ένα ευρύτερο σύστημα ισχύος, όπου η παραγωγή, η τεχνολογία, η ανθεκτικότητα
και οι στρατηγικές συνεργασίες αποκτούν καθοριστικό ρόλο.
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η
Ευρώπη κινήθηκε μέσα στην αντίληψη ότι ένας μεγάλος συμβατικός πόλεμος
μεταξύ κρατών στο έδαφός της αποτελούσε πλέον ένα σενάριο του παρελθόντος. Η
στρατηγική προτεραιότητα του ΝΑΤΟ μετακινήθηκε από την προετοιμασία μιας
μεγάλης στρατιωτικής αντιπαράθεσης προς τη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων,
την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και τις επιχειρήσεις σταθεροποίησης.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ανέτρεψε αυτή την αντίληψη και επανέφερε
στο επίκεντρο τη σημασία της συλλογικής άμυνας, της αποτροπής και της
στρατιωτικής ετοιμότητας. Παράλληλα, όμως, ανέδειξε κάτι ακόμη σημαντικότερο:
ότι η σύγχρονη ασφάλεια δεν εξαρτάται πλέον μόνο από την κατοχή προηγμένων
οπλικών συστημάτων, αλλά από τη συνολική ικανότητα ενός κράτους ή μιας
συμμαχίας να παράγει, να υποστηρίζει και να διατηρεί στρατηγικές δυνατότητες σε
βάθος χρόνου.
Το νέο ΝΑΤΟ δεν αφορά απλώς περισσότερα όπλα. Αφορά έναν διαφορετικό
τρόπο αντίληψης της ισχύος. Η Ρωσία αποτελεί σήμερα τη σημαντικότερη άμεση
στρατιωτική πρόκληση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η εμπειρία του πολέμου στην
Ουκρανία απέδειξε ότι οι συγκρούσεις υψηλής έντασης παραμένουν πιθανές και
απαιτούν μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών, ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού,
ισχυρή βιομηχανική βάση, προηγμένα συστήματα επιτήρησης και αποτελεσματικό
συνδυασμό παραδοσιακών και νέων τεχνολογιών.
Ωστόσο, η στρατηγική εικόνα του ΝΑΤΟ δεν περιορίζεται στη ρωσική απειλή. Η
Συμμαχία λειτουργεί πλέον σε ένα περιβάλλον πολλαπλών προκλήσεων, όπου ο
ανταγωνισμός Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, η ασφάλεια των ενεργειακών
δικτύων, οι κυβερνοαπειλές, η προστασία κρίσιμων υποδομών και η αστάθεια σε
περιοχές όπως η Μέση Ανατολή επηρεάζουν άμεσα τη διεθνή ασφάλεια.
Το ΝΑΤΟ δεν επιστρέφει στον Ψυχρό Πόλεμο. Προσαρμόζεται σε έναν κόσμο όπου
η ισχύς διαμορφώνεται ταυτόχρονα από τη στρατιωτική ικανότητα, την οικονομική
ανθεκτικότητα και την τεχνολογική υπεροχή.
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά την αμυντική βιομηχανία. Για πολλά
χρόνια, αρκετές δυτικές χώρες ακολούθησαν ένα μοντέλο στο οποίο η ασφάλεια
βασιζόταν κυρίως στην αγορά των καλύτερων διαθέσιμων συστημάτων όταν
υπήρχε ανάγκη. Οι πρόσφατες εξελίξεις έδειξαν ότι αυτό το μοντέλο δεν επαρκεί
από μόνο του.
Η πραγματική στρατηγική ισχύς συνδέεται πλέον με την ικανότητα παραγωγής.
Μια χώρα που μπορεί να παράγει πυρομαχικά, ανταλλακτικά, ηλεκτρονικά
συστήματα, λογισμικό και μη επανδρωμένες πλατφόρμες αποκτά μεγαλύτερη
ανθεκτικότητα και μεγαλύτερη επιρροή στο πλαίσιο μιας συμμαχίας.
Η αμυντική βιομηχανία παύει επομένως να αποτελεί απλώς έναν οικονομικό
κλάδο. Μετατρέπεται σε στοιχείο εθνικής ισχύος. Παράλληλα, η τεχνολογία αλλάζει
τον χαρακτήρα των σύγχρονων συγκρούσεων. Τα μη επανδρωμένα συστήματα, η
τεχνητή νοημοσύνη, η κυβερνοάμυνα και η διαχείριση δεδομένων μεταβάλλουν τον
τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και διεξάγονται οι επιχειρήσεις.
Ωστόσο, η τεχνολογία δεν αντικαθιστά τις βασικές προϋποθέσεις στρατιωτικής
ισχύος. Ένα κράτος εξακολουθεί να χρειάζεται εκπαιδευμένο προσωπικό,
αποτελεσματική διοίκηση, υποδομές, παραγωγική βάση και στρατηγικό σχεδιασμό.
Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος και όχι υποκατάστατό της.
Η νέα πραγματικότητα δημιουργεί επίσης ένα κρίσιμο ερώτημα για την Ευρώπη:
μπορεί να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τη δική της ασφάλεια; Οι
Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο βασικός στρατηγικός πυλώνας του ΝΑΤΟ.
Παράλληλα, όμως, επιδιώκουν μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συμμετοχή, ώστε να
μπορούν να αντιμετωπίσουν και άλλες παγκόσμιες προκλήσεις, ιδιαίτερα στον Ινδο
Ειρηνικό.
Η Ευρώπη, ωστόσο, δεν αποτελεί έναν απόλυτα ενιαίο στρατηγικό χώρο. Οι χώρες
της Ανατολικής Ευρώπης επικεντρώνονται κυρίως στη ρωσική απειλή, ενώ άλλες
χώρες δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη στρατηγική αυτονομία, στις οικονομικές
σχέσεις και στη διατήρηση ισορροπιών με την Κίνα.
Η πρόκληση επομένως δεν είναι μόνο η αύξηση των αμυντικών δαπανών. Είναι η
δημιουργία κοινής στρατηγικής κουλτούρας. Μέσα σε αυτό το ευρύτερο
περιβάλλον, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά αυξανόμενη σημασία. Η περιοχή
συνδέεται με ενεργειακές διαδρομές, θαλάσσιες μεταφορές, κρίσιμες υποδομές και
τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.
Η Ελλάδα και η Τουρκία αποτελούν δύο χώρες με διαφορετικά αλλά σημαντικά
στρατηγικά πλεονεκτήματα. Η Τουρκία διαθέτει μεγαλύτερο πληθυσμό, σημαντική
γεωγραφική έκταση, στρατιωτική εμπειρία και μία αναπτυσσόμενη αμυντική
βιομηχανία. Η θέση της ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μαύρη Θάλασσα, τον Καύκασο
και τη Μέση Ανατολή της προσδίδει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία. Η Ελλάδα, από
την άλλη πλευρά, διαθέτει στρατηγική γεωγραφική θέση, ευρωπαϊκή θεσμική
ενσωμάτωση, σημαντικές υποδομές και ισχυρές σχέσεις συνεργασίας με δυτικούς
εταίρους. Οι δύο χώρες επομένως διαθέτουν διαφορετικά εργαλεία ισχύος. Το
κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο το μέγεθος ενός κράτους, αλλά η ικανότητά του να
μετατρέπει τα πλεονεκτήματά του σε στρατηγική χρησιμότητα.
Για την Ελλάδα, η νέα εποχή δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες αλλά και
απαιτήσεις. Η αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων αποτελεί σημαντικό παράγοντα,
όμως η μακροπρόθεσμη επιρροή δεν θα εξαρτηθεί μόνο από την αγορά νέων
συστημάτων. Θα εξαρτηθεί από την ικανότητα ανάπτυξης αμυντικής βιομηχανίας,
συμμετοχής σε διεθνείς παραγωγικές συνεργασίες, επένδυσης στην τεχνολογία και
σύνδεσης της έρευνας, των πανεπιστημίων και της καινοτομίας με τον τομέα της
ασφάλειας.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί όλες τις χώρες σε όλους τους τομείς.
Χρειάζεται να επιλέξει εκείνους στους οποίους μπορεί να δημιουργήσει πραγματικό
πλεονέκτημα. Η νέα εποχή του ΝΑΤΟ αλλάζει τελικά τον τρόπο με τον οποίο
αντιλαμβανόμαστε την ισχύ. Η στρατηγική επιρροή δεν θα καθορίζεται μόνο από
τον αριθμό των στρατιωτικών μέσων, αλλά από έναν συνδυασμό τεχνολογίας,
βιομηχανίας, αξιοπιστίας, γεωγραφικής θέσης και ικανότητας δημιουργίας
συνεργασιών. Η Τουρκία διαθέτει σημαντικά γεωπολιτικά πλεονεκτήματα. Η
Ελλάδα διαθέτει διαφορετικά αλλά ουσιαστικά στρατηγικά εργαλεία.
Το ερώτημα της επόμενης δεκαετίας δεν θα είναι ποια χώρα είναι μεγαλύτερη. Θα
είναι ποια χώρα μπορεί να αποδείξει ότι αποτελεί πιο κρίσιμο και αξιόπιστο
παράγοντα μέσα στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας. Γιατί στον κόσμο που
διαμορφώνεται, η ισχύς δεν ανήκει μόνο σε αυτούς που διαθέτουν δυνατότητες.
Ανήκει κυρίως σε αυτούς που μπορούν να τις μετατρέψουν σε στρατηγική αξία.

 

Βιογραφικό αρθρογράφου
Ο κ. Κωνσταντίνος Φλωράτος PhD, MSc, MBA, BSc, απόστρατος αξιωματικός ΠΝ,
ασχολείται με ζητήματα γεωπολιτικής, Εθνικής Άμυνας και στρατηγικής ανάλυσης.
Το ερευνητικό του ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις μεταβολές της διεθνούς
αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στις παγκόσμιες γεωπολιτικές εξελίξεις και στον ρόλο
των νέων τεχνολογιών και της οικονομίας στη διαμόρφωση της ισχύος των κρατών.

Διονύσιος Βούτος
Δημοσιογράφος
45 χρόνια στην δημοσιογραφία. Δημοσιογράφος ΕΡΤ
Back To Top