σε Ελλάδα, Γαλλία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ρουμανία

Η «έρευνα για τη δημοκρατία» πραγματοποιήθηκε από την aboutpeople για λογαριασμό
του Progressive Lab στην Ελλάδα, τη Γαλλία, τη Σουηδία, τη Ρουμανία και το Ηνωμένο
Βασίλειο. Συνολικά 5.043 άτομα με δικαίωμα ψήφου, απάντησαν σε μια σειρά
ερωτήσεων για τη δημοκρατία, τη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού και την
εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Στόχος της έρευνάς μας ήταν να αναδειχτεί μέσα από τη
συγκριτική μελέτη των απαντήσεων, ποιες είναι οι κοινές στάσεις των πολιτών στις
πέντε χώρες, αλλά και πού έχουμε εθνικές διαφοροποιήσεις στις τοποθετήσεις για τη
δημοκρατία και τα προβλήματά της. Η συλλογή στοιχείων πραγματοποιήθηκε το
διάστημα 25 Νοεμβρίου έως 16 Δεκεμβρίου 2025 μέσω αυτοσυμπληρούμενων
διαδικτυακών ερωτηματολογίων (CAWI).
Οικονομική κατάσταση και πολιτική ενασχόληση

Σχετικά με την προσωπική οικονομική κατάσταση, οι πολίτες δηλώνουν κυρίως
δυσαρεστημένοι στην Ελλάδα (55%), στη Ρουμανία (42,4%) και τη Σουηδία (40,1%).
Αντίθετα, υψηλότερα ποσοστά ικανοποίησης καταγράφονται στο Ηνωμένο Βασίλειο
(57,2%) και τη Γαλλία (44,5%).
Αναφορικά με την πολιτική ενασχόληση, οι πολίτες που δηλώνουν ότι συζητούν πολιτικά
θέματα «συχνά» με τον περίγυρό τους εντοπίζονται σε υψηλότερο ποσοστό στην
Ελλάδα (40,6%). Στις υπόλοιπες χώρες, τα υψηλότερα ποσοστά συγκεντρώνονται στην
επιλογή «περιστασιακά», με πρώτη τη Σουηδία (47,7%), ακολουθούμενη από το
Ηνωμένο Βασίλειο (45%), τη Γαλλία (44,5%) και τη Ρουμανία (42,8%).
Εκλογική συμπεριφορά και εγγύτητα στα κόμματα

Ως προς την εγγύτητα με το κόμμα που ψήφισαν στις τελευταίες εθνικές εκλογές,
υψηλότερα ποσοστά πολιτών που δηλώνουν ότι αισθάνονται «πολύ & αρκετά» κοντά
καταγράφονται στη Σουηδία (63,4%), τη Γαλλία (53,2%) και το Ηνωμένο Βασίλειο
(51,1%). Αντιθέτως, στην Ελλάδα η πλειοψηφία δηλώνει ότι αισθάνεται «όχι και τόσο &
καθόλου» κοντά στο κόμμα που ψήφισε (55,2%), ενώ αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται
και στη Ρουμανία (53%).
Σε ό,τι αφορά στη σταθερότητα της ψήφου, η πλειοψηφία των πολιτών δηλώνει ότι κάνει
διαφορετικές επιλογές ανάλογα με την περίσταση. Το υψηλότερο ποσοστό καταγράφεται
στη Ρουμανία (63,9%), ακολουθεί η Ελλάδα (61,3%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (54,1%),
ενώ στη Σουηδία το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 48,8%. Στη Γαλλία, οι απαντήσεις
εμφανίζονται πιο μοιρασμένες, με το 47,1% να δηλώνει ότι κάνει διαφορετικές επιλογές
ανάλογα με την περίσταση και το 43,6% να δηλώνει ότι ψηφίζει πάντα το ίδιο κόμμα.
Στάσεις απέναντι στη δημοκρατία και σε αυταρχικά καθεστώτα


Η άποψη ότι, παρά τα προβλήματά της, δεν υπάρχει καλύτερο πολίτευμα από τη
δημοκρατία συγκεντρώνει υψηλά ποσοστά συμφωνίας και στις πέντε χώρες (μέσος
όρος 1 5 χωρών: 71,9% συμφωνία έναντι 20,9% διαφωνίας). Συγκεκριμένα, συμφωνεί το
78,8% στην Ελλάδα, το 74,6% στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 71,2% στη Σουηδία, το 68%
στη Ρουμανία και το 67,1% στη Γαλλία. Το υψηλότερο ποσοστό διαφωνίας
καταγράφεται στη Ρουμανία (27,1%) και το χαμηλότερο στην Ελλάδα (16,3%).
Η ικανοποίηση, ωστόσο, από τον τρόπο που λειτουργεί η δημοκρατία στην κάθε χώρα
καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Στον γενικό μέσο όρο των χωρών αυτών, το
56,8% των ερωτηθέντων δηλώνει δυσαρεστημένο, ενώ το 40% εμφανίζεται
ικανοποιημένο. Η Ελλάδα παρουσιάζει την πιο αρνητική εικόνα, καθώς το 76% των
πολιτών δηλώνει δυσαρεστημένο και μόλις το 22,7% ικανοποιημένο. Παρόμοια τάση
υψηλής δυσαρέσκειας παρατηρείται στη Γαλλία με 67,6% και στη Ρουμανία με 66,3%.
Αντίθετα, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι οι μόνες χώρες όπου η ικανοποίηση
υπερτερεί της δυσαρέσκειας, με ποσοστά 64,1% και 53,2% αντίστοιχα.
Σχετικά με την άποψη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η δικτατορία είναι ίσως
προτιμότερη από τη δημοκρατία, η πλειοψηφία των πολιτών διαφωνεί σε όλες τις χώρες
με τον μέσο όρο διαφωνίας των πέντε χωρών να διαμορφώνεται στο 73,5%.
Συγκεκριμένα, διαφωνεί το 79,9% στην Ελλάδα, το 75% στη Σουηδία, το 74,8% στη
Γαλλία, το 70,9% στο Ηνωμένο Βασίλειο και το 66,8% στη Ρουμανία. Η υψηλότερη
αποδοχή αυτής της άποψης παρατηρείται στη Ρουμανία με 29,8% και η χαμηλότερη
στην Ελλάδα με 16,6%.
Σε ό,τι αφορά στην αποδοχή ενός ικανού και αποτελεσματικού ηγέτη που θα περιόριζε
τα δημοκρατικά δικαιώματα και δεν θα λογοδοτούσε στους πολίτες, η πλειοψηφία στο
σύνολο διαφωνεί (μέσος όρος: 68,9%). Τα ποσοστά διαφωνίας ανέρχονται σε 81,2%
στην Ελλάδα, 70,4% στη Σουηδία, 65,9% στη Γαλλία, 65,3% στο Ηνωμένο Βασίλειο και
61,8% στη Ρουμανία. Τα ποσοστά συμφωνίας στη Ρουμανία είναι τα υψηλότερα
(35,2%) και στην Ελλάδα τα χαμηλότερα (16%).
Πυλώνες και απειλές για τη δημοκρατία


Σχετικά με τους πυλώνες και τις απειλές για τη λειτουργία της δημοκρατίας, στην
κατηγορία των πολιτικών κομμάτων, η Σουηδία παρουσιάζει την ισχυρότερη θεσμική
εμπιστοσύνη με το 41,3% να τα θεωρεί πυλώνα και μόλις το 14,5% απειλή. Στο
Ηνωμένο Βασίλειο το 37,1% τα βλέπει ως πυλώνα έναντι 20,5% που τα θεωρεί απειλή,
ενώ στην Ελλάδα τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 34,6% (πυλώνας) και 26,5% (απειλή).
Στη Ρουμανία η εικόνα είναι αντεστραμμένη με 26,2% να τα θεωρεί πυλώνα και 34,7%
απειλή, ενώ στη Γαλλία τα ποσοστά είναι 23,1% και 29,8% αντίστοιχα.
Όσον αφορά στις ΜΚΟ, η Γαλλία (32,4%), η Ρουμανία (31,3%) και το Ηνωμένο Βασίλειο
(31,1%) τις αναγνωρίζουν ως πυλώνα. Αντίθετα, στην Ελλάδα οι ΜΚΟ θεωρούνται απειλή από το 41,4% των πολιτών και πυλώνας από μόλις το 11,3%. Η Σουηδία παρουσιάζει περίπου μοιρασμένες απαντήσεις: (18,2% πυλώνας και 16,3% απειλή).
Αναφορικά με τα ΜΜΕ, η Ρουμανία καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό αποδοχής ως
πυλώνα με 32,5%. Στην Ελλάδα σημειώνεται η πλέον αρνητική εικόνα, με το 53% των
ερωτηθέντων να θεωρεί τα Μέσα Ενημέρωσης απειλή και μόνο το 15,3% να τα
αναγνωρίζει ως πυλώνα. Στις υπόλοιπες χώρες, η αντίληψη των ΜΜΕ ως απειλής
διαμορφώνεται στο 30,2% για το Ηνωμένο Βασίλειο, 28,1% για τη Γαλλία και 26,1% για
τη Σουηδία.
Στην κατηγορία των social media, η πλειοψηφία των πολιτών σε όλες τις χώρες τα
αντιλαμβάνεται ως απειλή, με το Ηνωμένο Βασίλειο (50,1%) και τη Γαλλία (48,2%) να
προηγούνται. Ακολουθούν η Σουηδία (39,2%), η Ελλάδα (36,8%) και η Ρουμανία (33%).
Τα ποσοστά τους ως πυλώνες παραμένουν χαμηλά, με τη Ρουμανία να σημειώνει το
υψηλότερο (25,5%) και τη Γαλλία το χαμηλότερο (12,1%).
Η τεχνητή νοημοσύνη (AI) αξιολογείται κυρίως ως απειλή, ιδιαίτερα στο Ηνωμένο
Βασίλειο (51,6%) και τη Γαλλία (49,3%). Στη Σουηδία το 38,8% τη θεωρεί απειλή, στην
Ελλάδα το 38,5% και στη Ρουμανία το 34,7%. Ως πυλώνας συγκεντρώνει τα
χαμηλότερα ποσοστά στην Ελλάδα (8,5%) και στη Γαλλία (9,3%).
Τέλος, οι ελίτ συγκεντρώνουν τα υψηλότερα ποσοστά «απειλής». Στην Ελλάδα, το
67,2% τις θεωρεί απειλή για τη δημοκρατία, ποσοστό που αποτελεί την υψηλότερη
αρνητική καταγραφή συνολικά σε αυτή την ενότητα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο το ποσοστό
απειλής αγγίζει το 50%, στη Γαλλία το 43%, στη Ρουμανία το 37,7% και στη Σουηδία το
33,5%. Το υψηλότερο ποσοστό αποδοχής των ελίτ ως πυλώνα καταγράφεται στη
Ρουμανία (22,8%) και το χαμηλότερο στην Ελλάδα (3,5%).
Εμπιστοσύνη σε θεσμούς


Σε επίπεδο μέσου όρου, η Ευρωπαϊκή Ένωση συγκεντρώνει την υψηλότερη αποδοχή
με 42,9%, με τη Ρουμανία και τη Σουηδία να καταγράφουν τα υψηλότερα ποσοστά
(47,7% και 45,1% αντίστοιχα), ενώ η Ελλάδα ακολουθεί με 41,3% και η Γαλλία με
37,4%. Σημαντικό έρεισμα διατηρεί ο θεσμός του Αρχηγού του Κράτους, ο οποίος με
μέσο όρο 39,8% παρουσιάζει την ισχυρότερη εικόνα του στο Ηνωμένο Βασίλειο
(53,3%), ενώ ο Πρωθυπουργός ως θεσμός καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό του στη
Σουηδία (42,9%) και την Ελλάδα (39,8%). Έπεται το Η. Βασίλειο (32%), η Γαλλία
(31,4%), ενώ στην τελευταία θέση βρίσκεται η Ρουμανία (28,8%).
Όσον αφορά στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, η Κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο
κινούνται σε παρόμοια επίπεδα εμπιστοσύνης, με μέσους όρους 34,6% και 34,1%
αντίστοιχα. Η Σουηδία αναδεικνύεται η χώρα με την ισχυρότερη εμπιστοσύνη και στους
δύο αυτούς θεσμούς (κυβέρνηση:43,2%, κοινοβούλιο: 47,2%), ενώ στον αντίποδα η
Ρουμανία εμφανίζει τη χαμηλότερη αποδοχή για το Κοινοβούλιο (21,8%) και την
Κυβέρνηση (26,4%). Στην Ελλάδα, η εμπιστοσύνη στην Κυβέρνηση διαμορφώνεται στο
39,5%, ποσοστό λίγο υψηλότερο από το 35,5% που συγκεντρώνει το Κοινοβούλιο.
Παράλληλα, τα πολιτικά κόμματα αποτελούν τον θεσμό με τη χαμηλότερη εμπιστοσύνη
διεθνώς, με μέσο όρο μόλις 24%. Η Σουηδία αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα, καθώς
καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό εμπιστοσύνης που φτάνει το 35,4%, ενώ ακολουθεί
το Ηνωμένο Βασίλειο με 28,4%. Στις υπόλοιπες χώρες η εικόνα είναι σημαντικά πιο
επιβαρυμένη. Στην Ελλάδα, η εμπιστοσύνη στα πολιτικά κόμματα περιορίζεται στο
20,4%, ενώ στη Γαλλία το ποσοστό υποχωρεί στο 18,6%. Τη χαμηλότερη επίδοση της
έρευνας σημειώνει η Ρουμανία, όπου μόλις το 17,1% των πολιτών δηλώνει ότι
εμπιστεύεται τα κόμματα στη χώρα του.
Αναφορικά με την εμπιστοσύνη στους ελεγκτικούς θεσμούς, τα στοιχεία της έρευνας
αναδεικνύουν σημαντικές διακυμάνσεις ανάμεσα στις πέντε χώρες, με τη Δικαιοσύνη να
συγκεντρώνει 39,7%. Η Σουηδία ηγείται με 55,1%, ακολουθούμενη από το Ηνωμένο
Βασίλειο (46,4%) και τη Γαλλία (40,7%), ενώ στην Ελλάδα το ποσοστό διαμορφώνεται
στο 30,9% και στη Ρουμανία υποχωρεί στο 25,5%.
Οι Ανεξάρτητες Αρχές συγκεντρώνουν γενικό μέσο όρο 36,7%. Η υψηλότερη
εμπιστοσύνη καταγράφεται στο Ηνωμένο Βασίλειο (40,9%) και τη Σουηδία (38,1%), ενώ
έπονται η Γαλλία (36%) και η Ρουμανία (35,8%), με την Ελλάδα να βρίσκεται στην
τελευταία θέση της κατάταξης με 32,8%.
Ιδιαίτερη δυναμική παρουσιάζουν οι Δημοτικές Αρχές (Μ.Ο: 37,2%), οι οποίες στη
Γαλλία συγκεντρώνουν την πλειοψηφία των πολιτών με 53,3%. Στις υπόλοιπες χώρες,
τα ποσοστά διαμορφώνονται στο 40,3% για τη Σουηδία, 33,1% για το Ηνωμένο
Βασίλειο και 31,6% για τη Ρουμανία, ενώ στην Ελλάδα η εμπιστοσύνη περιορίζεται στο
27,7%.
Στον αντίποδα, τα Συνδικάτα και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που βρίσκονται χαμηλά
στην κλίμακα με τους μέσους όρους (32,2% και 26,5% αντίστοιχα). Στα Συνδικάτα, η
Σουηδία καταγράφει την υψηλότερη εμπιστοσύνη (45,1%), ενώ η Ελλάδα τη χαμηλότερη
(17,7%). Τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στα Μ.Μ.Ε. καταγράφει η Γαλλία με 32,6%, ενώ
ακολουθεί η Σουηδία με 31,1%, η Ρουμανία με 30,7% και το Ηνωμένο Βασίλειο με
28,3%. Στην τελευταία θέση της κατάταξης βρίσκεται η Ελλάδα, η οποία σημειώνει το
χαμηλότερο της ποσοστό εμπιστοσύνης σε ολόκληρη την έρευνα, με μόλις 9,7%.
Ουσιώδη στοιχεία της δημοκρατίας

Οι προτεραιότητες των πολιτών σχετικά με το ποιο στοιχείο θεωρούν το πλέον ουσιώδες
για τη δημοκρατία, παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις πέντε
χώρες. Σε επίπεδο μέσου όρου, η ελευθερία έκφρασης πολιτικών απόψεων και οι
ελεύθερες και δίκαιες εκλογές ισοβαθμούν στην πρώτη θέση με 28,2%. Ακολουθούν η παροχή βασικών αναγκών σε όλους (21,7%) και η καθαρή πολιτική απαλλαγμένη από τη διαφθορά (18,3%).
Στην Ελλάδα, το κυρίαρχο στοιχείο για τη δημοκρατία είναι η πολιτική απαλλαγμένη από
τη διαφθορά, με το ποσοστό να φτάνει το 35,2%. Ακολουθούν οι ελεύθερες εκλογές με
25,6%, η ελευθερία έκφρασης με 21,1%, ενώ η παροχή βασικών αναγκών συγκεντρώνει
το 15%.
Στη Ρουμανία, η ελευθερία έκφρασης πολιτικών απόψεων αποτελεί την απόλυτη
προτεραιότητα με 40,1%, ποσοστό που αποκλίνει σημαντικά από τον μέσο όρο. Οι
ελεύθερες εκλογές ακολουθούν με 24,3%, ενώ η παροχή βασικών αναγκών (16,6%) και
η καταπολέμηση της διαφθοράς (16,1%) βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Σουηδία, οι ελεύθερες και δίκαιες εκλογές αναδεικνύονται
ως το πιο ουσιώδες στοιχείο με 32,3% και 30% αντίστοιχα. Στις χώρες αυτές, η παροχή
βασικών αναγκών (τροφή, στέγη) θεωρείται επίσης πολύ σημαντική, με τη Σουηδία να
καταγράφει 27,5% και το Ηνωμένο Βασίλειο 24,2%. Αντίθετα, η απαίτηση για καθαρή
πολιτική χωρίς διαφθορά σημειώνει τα χαμηλότερα ποσοστά της στη Σουηδία με μόλις
12,4%.
Στη Γαλλία, παρατηρείται μια πιο ισορροπημένη κατανομή ανάμεσα στις τρεις πρώτες
επιλογές, με τις ελεύθερες εκλογές στο 28,6%, την ελευθερία έκφρασης στο 28,1% και
την παροχή βασικών αναγκών στο 25,3%. Το στοιχείο της διαφθοράς θεωρείται το
λιγότερο ουσιώδες για τη δημοκρατία από τους Γάλλους πολίτες με 14%.
Αρνητικά στοιχεία για τη λειτουργία της δημοκρατίας

Σύμφωνα με τα στοιχεία που αφορούν τους παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά τη
δημοκρατία, στην Ελλάδα ο σημαντικότερος αρνητικός παράγοντας είναι η πεποίθηση
ότι οι αποφάσεις επηρεάζονται καθοριστικά από μεγάλα συμφέροντα (29,1%),
ακολουθούμενη στενά από την έλλειψη ουσιαστικής λογοδοσίας των πολιτικών και των
κομμάτων (28,9%). Επιπλέον, το 25,7% των Ελλήνων θεωρεί ότι η δικαιοσύνη
επηρεάζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση, ενώ το 24,5% πιστεύει ότι τα κόμματα δεν
αγωνίζονται για το δημόσιο συμφέρον.
Στη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, η έλλειψη ουσιαστικής λογοδοσίας των πολιτικών
αποτελεί την πρώτη επιλογή με 28% και 29,9% αντίστοιχα. Στη Σουηδία, η δεύτερη πιο
συχνή αναφορά αφορά τα κόμματα που δεν αγωνίζονται για το δημόσιο συμφέρον
(25,9%), ενώ στην τρίτη θέση ιεραρχούνται οι κοινωνικές ανισότητες και η φτώχεια με
ποσοστό 24,6%. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, μετά την έλλειψη λογοδοσίας, ακολουθεί η
απουσία άξιων ηγετών (26,4%), ενώ ως τρίτος σημαντικότερος αρνητικός παράγοντας
αναδεικνύεται το γεγονός ότι τα κόμματα δεν αγωνίζονται για το δημόσιο συμφέρον
όπως οφείλουν, με ποσοστό 26,2%.
Στη Γαλλία, το κυριότερο πρόβλημα εντοπίζεται στη στάση των κομμάτων απέναντι στο
δημόσιο συμφέρον (29,2%), με την επιρροή των μεγάλων συμφερόντων και την
απουσία άξιων ηγετών να ισοβαθμούν στη δεύτερη θέση (24%). Παρομοίως, στη
Ρουμανία, οι πολίτες προτάσσουν την επιρροή των μεγάλων συμφερόντων στις
αποφάσεις (28,8%), την απουσία αγώνα των κομμάτων για το δημόσιο συμφέρον
(25,6%) και την έλλειψη ουσιαστικής λογοδοσίας (24,3%).
Παρατηρείται ότι παράγοντες όπως η έλλειψη πολυφωνίας στην ενημέρωση ή η
απουσία διαβούλευσης συγκεντρώνουν πολύ χαμηλά ποσοστά σε όλες τις χώρες, με
την Ελλάδα να καταγράφει τα χαμηλότερα επίπεδα (1,8% και 2,8% αντίστοιχα).
Άνοδος της ακροδεξιάς

Όσον αφορά στη στάση των πολιτών απέναντι στην άνοδο της άκρας δεξιάς και κατά
πόσο αυτή αποτελεί κίνδυνο για τη λειτουργία της δημοκρατίας, σε επίπεδο μέσου όρου
των πέντε χωρών, η πλειοψηφία των ερωτηθέντων σε ποσοστό 56,6% συμφωνεί με
αυτή την άποψη, ενώ το 33% εκφράζει τη διαφωνία του. Η Ελλάδα καταγράφει το
υψηλότερο ποσοστό συμφωνίας ανάμεσα και στις πέντε χώρες (66,5%). Ακολουθεί η
Σουηδία με 58% συμφωνία και 30,3% διαφωνία, και το Ηνωμένο Βασίλειο με 56,8%
έναντι 31,3% αντίστοιχα. Στη Γαλλία, το ποσοστό όσων βλέπουν την άνοδο αυτή ως
κίνδυνο διαμορφώνεται στο 53,1%, ενώ καταγράφεται το υψηλότερο ποσοστό
διαφωνίας (39,8%) σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της έρευνας. Τέλος, στη Ρουμανία,
οι απόψεις εμφανίζονται κάπως πιο μοιρασμένες, με το 48,8% να συμφωνεί ότι η
άνοδος της άκρας δεξιάς αποτελεί απειλή για τη δημοκρατία και το 37,1% να εκφράζει
τη διαφωνία του.
Ελευθερία έκφρασης

Η ελευθερία έκφρασης αναγνωρίζεται από την πλειοψηφία των πολιτών στις πέντε
χώρες, με τον μέσο όρο των θετικών απαντήσεων να διαμορφώνεται στο 64,7%. Η
Σουηδία παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό με 78,1%, ακολουθούμενη από τη Γαλλία
με 69% και το Ηνωμένο Βασίλειο με 66,1%. Στην Ελλάδα, το 57,2% των ερωτηθέντων
πιστεύει ότι υπάρχει ελευθερία έκφρασης στη χώρα, ενώ το 41% εκφράζει την αντίθετη
άποψη. Το χαμηλότερο ποσοστό θετικών απαντήσεων καταγράφεται στη Ρουμανία με
53,3%.
Πολιτική επιρροή των πολιτών

Αναφορικά με τη δυνατότητα των πολιτών να επηρεάσουν τα πράγματα στη χώρα τους,
ο μέσος όρος των αρνητικών απαντήσεων (52,2%) υπερτερεί των θετικών (43,9%). Η
Σουηδία είναι η μοναδική χώρα όπου η πλειοψηφία των πολιτών (52%) νιώθει ότι μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις. Η Ελλάδα εμφανίζεται διχασμένη, καθώς το 49,1%
δηλώνει ότι δεν μπορεί να ασκήσει επιρροή έναντι του 46,4% που απαντά θετικά. Η
εντονότερη αίσθηση αδυναμίας παρατηρείται στη Γαλλία, όπου το 60,9% των πολιτών
πιστεύει ότι δεν μπορεί να επηρεάσει την κατάσταση.
Διαγενεακή σύγκριση στην ποιότητα ζωής

Στο ερώτημα αν η τωρινή γενιά ζει καλύτερα ή χειρότερα από τη γενιά των γονιών της, ο
μέσος όρος των πέντε χωρών κλίνει οριακά προς την αρνητική πλευρά, με το 49,1% να
απαντά «χειρότερα» έναντι του 46,8% που απαντά «καλύτερα». Η Ελλάδα καταγράφει
την πιο απαισιόδοξη στάση, με το 59,9% των πολιτών να θεωρεί ότι η ζωή του είναι
χειρότερη από εκείνη των γονέων του. Ακολουθεί η Γαλλία, όπου το 55,4% δηλώνει
επίσης ότι ζει χειρότερα. Στον αντίποδα, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ρουμανία
παρουσιάζουν την πιο θετική εικόνα, με το 53,5% των ερωτηθέντων σε κάθε χώρα να
δηλώνει ότι ζει καλύτερα, ενώ στη Σουηδία το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 49,5%.
Η απαισιοδοξία εντείνεται σημαντικά όταν το ερώτημα αφορά το μέλλον της επόμενης
γενιάς. Ο μέσος όρος όσων πιστεύουν ότι τα παιδιά που είναι σήμερα 10-17 ετών θα
ζήσουν χειρότερα από τους ίδιους ανέρχεται στο 61,6%, ενώ ένα 28,1% εκφράζει
αισιοδοξία. Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό αρνητικών προσδοκιών με
72,9%, ακολουθούμενη από τη Γαλλία με 70,4%. Ακόμη και στις χώρες με τις λιγότερο
αρνητικές προβλέψεις, η πλειοψηφία παραμένει απαισιόδοξη: στη Σουηδία το 57,9%
θεωρεί ότι τα παιδιά θα ζήσουν χειρότερα, στη Ρουμανία το 54,5% και στο Ηνωμένο
Βασίλειο το 52,5%.
Μελλοντικές προκλήσεις

Στην Ελλάδα, το δημογραφικό ζήτημα αναδεικνύεται ως η απόλυτη πρόκληση, με το
53,5% των πολιτών να το θέτει ως πρώτη προτεραιότητα, ποσοστό που είναι το
υψηλότερο μεταξύ όλων των χωρών και όλων των κατηγοριών της ερώτησης.
Ακολουθούν η αντιμετώπιση της φτώχειας με 34,5% και το ζήτημα της μετανάστευσης
με 27,7%.
Στη Γαλλία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, η μετανάστευση αποτελεί την
κορυφαία πρόκληση για το μέλλον. Το υψηλότερο ποσοστό ανησυχίας για το θέμα αυτό
καταγράφεται στο Ηνωμένο Βασίλειο με 48,3%, ενώ στη Γαλλία ανέρχεται στο 32,6%
και στη Σουηδία στο 31%. Παράλληλα, οι πολίτες αυτών των χωρών ιεραρχούν ψηλά
την περιβαλλοντική κρίση (με τη Γαλλία στο 29,1% και το Ηνωμένο Βασίλειο στο 27,3%)
και τη λειτουργία του συστήματος υγείας, το οποίο απασχολεί ιδιαίτερα το Ηνωμένο
Βασίλειο (38,3%) και τη Σουηδία (30,6%).
Στη Ρουμανία, η κύρια ανησυχία των πολιτών εστιάζεται στην αντιμετώπιση της
φτώχειας, η οποία συγκεντρώνει 38,1%. Ως εξίσου σημαντικές προκλήσεις για τη χώρα
αξιολογούνται οι κοινωνικές ανισότητες (27,9%) και το σύστημα υγείας (26,2%).
Οι τεχνολογικές εξελίξεις φαίνεται να θεωρούνται η μικρότερη πρόκληση για το μέλλον
των χωρών, καθώς συγκεντρώνουν πολύ χαμηλά ποσοστά που κυμαίνονται από 3%
έως 5,6%. Αντίθετα, ζητήματα όπως η διατήρηση της ειρήνης παρουσιάζουν μεγαλύτερη
βαρύτητα στη Σουηδία (22,2%) και τη Γαλλία (21,7%), ενώ το εκπαιδευτικό σύστημα
απασχολεί περισσότερο τους πολίτες στη Ρουμανία (21,6%).
Γενικές παρατηρήσεις
- Οι δημοκρατικές αξίες είναι κυρίαρχες στις 5 χώρες στις οποίες διεξήχθη η
έρευνα. Αυτή τη μεγάλη εικόνα δεν πρέπει να την ξεχνάμε όταν συζητάμε για τα
προβλήματα των θεσμών και την άνοδο των αντικοινοβουλευτικών δυνάμεων. - Η δυσαρέσκεια των πολιτών που είναι μεγάλη, αφορά κατά κύριο λόγο τη
λειτουργία της δημοκρατίας, όχι την ίδια τη δημοκρατία. Η εκφραζόμενη
δυσαρέσκεια για τη λειτουργία της δημοκρατίας πρέπει να συνεκτιμηθεί με την
πλειοψηφική αίσθηση των πολιτών ότι δεν ακούγονται στα κέντρα λήψης των
αποφάσεων. Το μεγάλο ποσοστό δυσαρέσκειας για τη λειτουργία της
δημοκρατίας την ώρα που οι πολίτες πιστεύουν σε αυτήν, αναδεικνύει την
ανάγκη σημαντικών διορθωτικών κινήσεων στη λειτουργία των θεσμών και του
πολιτικού συστήματος. - Σε όλες τις χώρες παρατηρείται μια μειοψηφική αλλά ισχυρή παρουσία
αντικοινοβουλευτικών απόψεων. Καταγράφονται επίσης μειοψηφικά αλλά ισχυρά
ποσοστά πολιτών που δεν θεωρούν την Ακροδεξιά απειλή για τη δημοκρατία. Τα
ποσοστά αυτά αποτελούν καμπανάκι κινδύνου για τις δημοκρατικές πολιτικές
δυνάμεις. - Μειοψηφικά αλλά σχετικά ισχυρά είναι και τα ποσοστά όσων δεν απορρίπτουν
έναν ηγέτη που θα παραβίαζε τους δημοκρατικούς κανόνες, αν αυτός ήταν
αποτελεσματικός. Το γεγονός όμως ότι κατά μέσο όρο το 68,9% απορρίπτει
αυτήν την ιδέα, δείχνει ότι στην Ευρώπη παρόλο που το ρεύμα του αυταρχισμού
είναι ισχυρό, η εγκαθίδρυση προσωποκεντρικών αυταρχικών κυβερνήσεων δεν
είναι εύκολη. - Η έρευνα επιβεβαιώνει την αποστασιοποίηση των πολιτών από τα κόμματα,
ακόμα και από εκείνα που οι ίδιοι εντέλει επιλέγουν στην κάλπη. Η μη
εξυπηρέτηση του δημόσιου οφέλους από τα κόμματα θεωρείται κορυφαίο
πρόβλημα για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Η αποστασιοποίηση από τα
κόμματα συνοδεύεται και από χαμηλό ενδιαφέρον για την πολιτική. - Ως κορυφαία προβλήματα στη λειτουργία της δημοκρατίας αξιολογούνται η
επιρροή των μεγάλων συμφερόντων στην πολιτική καθώς και η ελλιπής
λογοδοσία των πολιτικών. - Γενικά η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς είναι χαμηλή. Είναι χαρακτηριστικό ότι
το μεγαλύτερο ποσοστό εμπιστοσύνης (αυτό για την Ευρωπαϊκή Ένωση) είναι
μόλις 42,9%. - Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη και τα social media
προσλαμβάνονται ως βασικές απειλές για τη δημοκρατία. Οι απαντήσεις
δείχνουν ότι οι πολίτες δεν συμμερίζονται πια τον τεχνολογικό οπτιμισμό καθώς
και ότι έχει ανατραπεί η παλαιότερη αντίληψη ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
συμβάλλουν στην εμβάθυνση της δημοκρατίας. - H απαισιοδοξία για το μέλλον είναι πλειοψηφική στους πολίτες των 5 χωρών που
συμμετείχαν στην έρευνα, αφού θεωρούν ότι οι επόμενες γενιές θα ζήσουν
χειρότερα. Το γεγονός ότι βασική πρόκληση για το μέλλον θεωρείται η
μετανάστευση πρέπει να συνδεθεί με το υψηλό ποσοστό ανοχής στην ακροδεξιά. - Παρά τα στερεότυπα του δημόσιου λόγου, η έρευνα αναδεικνύει ότι η ελληνική
κοινωνία είναι πιο προσηλωμένη στη δημοκρατία και πιο πολιτικοποιημένη από
τις άλλες τέσσερις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ωστόσο, οι Έλληνες πολίτες είναι πιο
δυσαρεστημένοι από τη λειτουργία της δημοκρατίας από ό,τι οι άλλοι Ευρωπαίοι.
Αισθάνονται επίσης σε μεγαλύτερα ποσοστά ότι η οικονομική θέση τους είναι
δυσχερής, κάτι που αναμφίβολα αποτελεί αποτύπωμα της οικονομικής κρίσης.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα καταγράφονται τα πιο υψηλά
ποσοστά δυσαρέσκειας για τη διαφθορά και τη λειτουργία της δικαιοσύνης. - Γενικό συμπέρασμα: Η δημοκρατία στις 5 ευρωπαϊκές χώρες παραμένει
ηγεμονική, αλλά χρειάζεται αλλαγές στη λειτουργία της γιατί αντιμετωπίζει
πραγματικές απειλές.
Αν θέλαμε να κρατήσουμε κάτι από κάθε χώρα συγκριτικά με τις υπόλοιπες:
Μεγάλη Βρετανία: Τα ποσοστά οικονομικής ικανοποίησης και εμπιστοσύνης στους
θεσμούς είναι πιο μεγάλα από ό,τι θα αντιστοιχούσε στην εικόνα μιας χώρας σε πολιτική
κρίση.
Γαλλία: Δυσαρέσκεια για τη λειτουργία της δημοκρατίας και υψηλή στήριξη στην Άκρα
Δεξιά.
Σουηδία: Στη Σουηδία καταγράφονται τα μεγαλύτερα ποσοστά ικανοποίησης από τη
λειτουργία της δημοκρατίας κι εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Ρουμανία: Στη Ρουμανία καταγράφονται τα πιο υψηλά ποσοστά αντικοινοβουλευτικών
απόψεων και τα πιο χαμηλά ποσοστά εμπιστοσύνης στους θεσμούς.Ελλάδα: Τα πιο μεγάλα ποσοστά πίστης στη δημοκρατία αλλά και δυσαρέσκειας για τη
λειτουργία της, αυξημένη σημασία από τους πολίτες στο ζήτημα της διαφθοράς.1
Πέτρος Ιωαννίδης δντης aboutpeople
Aναστασία Θωμά αναλύτρια aboutpeople
1 Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται σε επίπεδο χώρας. Όπου χρησιμοποιείται τιμή αναφοράς για το σύνολο των χωρών, αυτή αντιστοιχεί στον
μέσο όρο (average) των πέντε χωρών στις οποίες διεξήχθη ξ έρευνα. Ο μέσος όρος δεν είναι πληθυσμιακά σταθμισμένος μεταξύ των χωρών.
Σχόλιο του Φίλιππου Σαχινιδή* για την έρευνα του Progressive Lab για τους κινδύνους που απειλούν τη δημοκρατία.
Μία από τις μεγαλύτερες αυταπάτες της μεταπολεμικής φιλελεύθερης Δύσης ήταν η άποψη ότι η δημοκρατία είναι δεδομένη. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι η Δημοκρατία όχι μόνο δεν κινδυνεύει αλλά θα είναι πρότυπο για όλες τις χώρες. Οτι οι πολίτες σε χώρες με αυταρχικά καθεστώτα θα επιδιώξουν να τα γκρεμίσουν και να μετεξελιχθούν σε ευνομούμενες Δημοκρατίες.
Οι πολιτικές εξελίξεις σε πολλές χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης την τελευταία δεκαετία αλλά και στις ΗΠΑ μετά την κατάληψη του Καπιτώλιου από οπαδούς του Trump που αμφισβήτησαν τα εκλογικά αποτελέσματα μας υποχρεώνουν να επανεξετάσουμε την άποψή μας για την Δημοκρατία. Σήμερα η δημοκρατία κινδυνεύει περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.
Από την έρευνα του Progressive Lab σε πέντε χώρες της ΕΕ προκύπτει οτι τα κόμματα έχουν απαξιωθεί στη συνείδηση των πολιτών. Αυτή είναι μια επικίνδυνη εξέλιξη για τη Δημοκρατία γιατί δεν νοείται κοινοβουλευτική Δημοκρατία χωρίς κόμματα με ουσιαστική συμμετοχή και αποδοχή των πολιτών. Τα κόμματα πρέπει να επανεξετάσουν το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τους και να δώσουν την δυνατότητα στους πολίτες να ακουστούν οι απόψεις τους. Αυτή είναι η καλύτερη άμυνα για τις απειλές που δέχεται η Δημοκρατία.
Οι Έλληνες είναι από τους πλέον δυσαρεστημένους με την οικονομική τους κατάσταση (55%). Αν και η ελληνική οικονομία την τελευταία τριετία τρέχει γρηγορότερα από τις άλλες χώρες της ΕΕ από την δημοσκόπηση προκύπτει ότι δεν τρέχει για όλους τους Έλληνες αλλά για ένα μικρό τμήμα της κοινωνίας αφού μόλις το 15,7% δηλώνει ικανοποιημένο με την οικονομική του κατάσταση. Ακόμη πιο απαισιόδοξη η εκτίμηση τους (59,9%) – που είναι κοινή με την άποψη των Γάλλων (55,4%) – ότι η γενιά τους ζει χειρότερα από την γενιά των γονιών τους.
Παρά τη δύσκολη οικονομική τους κατάσταση είναι από τους πλέον ισχυρούς υποστηρικτές της Δημοκρατίας και εναντιώνονται στην ιδέα της δικτατορίας ως λύση στα προβλήματα τους. Το γεγονός ότι είναι οι πλέον δυσαρεστημένοι από την λειτουργία της Δημοκρατίας και η αποστασιοποίηση τους από τα κόμματα είναι ένα ηχηρό μήνυμα προς αυτά. Αν θέλουν να κερδίσουν τους πολίτες οφείλουν να συνομιλούν μαζί τους όταν ετοιμάζουν τα προγράμματά τους και να μην επαφίενται στα προγράμματα των αρίστων που ετοιμάζονται σε κλειστές αίθουσες ερήμην της κοινωνίας
*Ο κ. Φίλιππος Σαχινίδης είναι Συντονιστής Επιστημονικής Επιτροπής του Progressive Lab και πρ. Υπουργός Οικονομικών.
Εισαγωγή: η απαισιοδοξία της συγκυρίας και μία ελπίδα για το μέλλον
του Δημήτρη Παπαδημητρίου*
Αν κάποιος χρειαζόταν απόδειξη για το ότι ζούμε σε καιρούς σύγχυσης, θυμού και ανασφάλειας, θα ήταν χρήσιμο να ρίξει μια ματιά σε αυτή την πολύ διαφωτιστική έρευνα γνώμης. Οι ειδικές συνθήκες που επικρατούν στις πέντε χώρες του δείγματος θα γίνουν αντικείμενο στοχευμένου σχολιασμού στη συνέχεια. Εδώ περιορίζομαι σε ορισμένες παρατηρήσεις που τέμνουν «οριζόντια» το δείγμα, καθώς και σε κάποια γενικά σχόλια για τις επισφάλειες εξαγωγής κοινών συμπερασμάτων με βάση τη γεωγραφική και χρονική συγκυρία της έρευνας.
Ξεκινώ με τα χειρότερα δυνατά νέα. Τα πολιτικά κόμματα νοσούν. Και στις πέντε χώρες του δείγματος, αποτελούν πλέον μειοψηφία οι πολίτες που θεωρούν τα κόμματα «πυλώνα» της δημοκρατίας, ενώ ο δείκτης εμπιστοσύνης σε αυτά βρίσκεται, κατά μέσο όρο, κάτω από το 25% (διαφ. 13 και 18). Τα κόμματα εμφανίζονται ως ο πλέον απαξιωμένος θεσμός του πολιτικού μας συστήματος (διαφ 18 και 27). Η έρευνα παρουσιάζει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για τους λόγους αυτής της απαξίωσης. Το σίγουρο είναι πως αυτοί δεν είναι μόνο οικονομικοί (διαφ. 25). Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι η μη έλλειψη λογοδοσίας των κομμάτων και η καχυποψία ότι αυτά δεν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον εμφανίζονται ψηλά στη λίστα των δυσλειτουργιών που βλέπουν οι πολίτες στη σύγχρονη δημοκρατία (διαφ. 27). Στο πλαίσιο αυτό υποχωρεί συνολικά και η σημασία του Κοινοβουλίου, το οποίο βρίσκεται πλέον στην όγδοη θέση με βάση τις θετικές γνώμες των πολιτών προς στους θεσμούς (διαφ. 18).
Μέσα σε αυτό το σκηνικό απαξίωσης, η ανοχή προς την άκρα δεξιά διευρύνεται. Σχεδόν ένας στους τρεις ερωτηθέντες δεν θεωρεί την ακροδεξιά απειλή για την δημοκρατία. Το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 40% στην περίπτωση της Γαλλίας, ενώ η Ελλάδα παρουσιάζει το χαμηλότερο ποσοστό του δείγματος με 26.5% (διαφ. 28). Προκαλεί επίσης έκπληξη το πολύ μεγάλο ποσοστό εκείνων που αμφισβητούν την ύπαρξη ελευθερίας έκφρασης στη χώρα τους. Ακόμα και σε ώριμες δημοκρατίες, όπως η Βρετανία και η Γαλλία, σχεδόν το 30% των ερωτηθέντων θεωρεί δεν ότι δεν μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα. Το ποσοστό σε Ελλάδα και Ρουμανία ξεπερνά το 40% (διαφ. 29).
Στα στοιχεία αυτά θα πρέπει κανείς να προσθέσει και τα πολύ χαμηλά ποσοστά αξιοπιστίας των ΜΜΕ στην κοινή γνώμη (διαφ. 15). Αυτό το αίσθημα «αφωνίας» δεν είναι άσχετο με την άνοδο της δημοσκοπικής και εκλογικής επιρροής της ακροδεξιάς. Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1930, οι ακροδεξιοί ηγέτες δεν πλασάρονται πλέον ως αντίδοτο στο «χάος» του πλουραλισμού και της δημοκρατίας. Αντίθετα, στις ημέρες μας η ακροδεξιά αυτοπροβάλλεται ως η φωνή των «αγνοημένων», ως θεραπεία μίας «καταπίεσης» και μίας δημοκρατικής «έκπτωσης». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, J.D. Vance, στην περίφημη ομιλία του στο Μόναχο, το Φεβρουάριο του 2025, διάλεξε να κατηγορήσει την Ευρώπη για καταπάτηση της ελευθερίας έκφρασης, μπροστά στα έκπληκτα μάτια ευρωπαίων αξιωματούχων.
Σε περιόδους αμφισβήτησης της δημοκρατικής «τάξης» και απαισιοδοξίας για το μέλλον (διαφ. 32), οι πολίτες στρέφονται προς τους ηγέτες-σωτήρες. Εκείνοι που δηλώνουν δυσαρεστημένοι με τον τρόπο που λειτουργεί η δημοκρατία στη χώρα τους είναι πλέον πλειοψηφία σε αναλογία 6 προς 4 (διαφ. 12), ενώ περίπου το 20% των ερωτηθέντων, ακόμα και σε ανεπτυγμένες χώρες όπως η Γαλλία, η Βρετανία ή Σουηδία, αμφιβάλουν αν η δημοκρατία είναι το καλύτερο πολίτευμα (διαφ. 9 και10). Η περιρρέουσα απαξίωση και ανασφάλεια καλεί σε «δράση» και βάζει σε δεύτερη μοίρα θεσμούς παραγωγής συναίνεσης και διαβούλευσης, όπως το Κοινοβούλιο. Στο πλαίσιο αυτό ένας στους τέσσερεις ερωτευθέντες δηλώνει έτοιμος να δεχθεί ένα δημοκρατικό ευνουχισμό στο βωμό της λύσης προβλημάτων από έναν «ισχυρό» ηγέτη (διαφ. 11).
Θα πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί στο πως αποκωδικοποιούμε αυτή την «συναίνεση» των πολιτών σε ένα παντοδύναμο Εκτελεστικό. Η προσδοκία ενός «σωτήρα» κατοικεί κυρίως στο μυαλό, αλλά η πραγματικότητα τη διαψεύδει. Ο σφετερισμός της κυβέρνησης από «μεγάλα συμφέροντα» εμφανίζεται πολύ ψηλά στη λίστα των δυσλειτουργιών της σημερινής δημοκρατίας (διαφ. 27), ενώ σε χώρες όπως η Γαλλία και η Βρετανία σχεδόν το 25% θεωρεί ότι δεν υπάρχουν άξιοι ηγέτες (διαφ. 26). Έχει επίσης ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι σχεδόν οι μισοί από όσους ρωτήθηκαν δεν αισθάνονται κοντά στο κόμμα (άρα και στην ηγεσία) που ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές (διαφ. 7).
Κοιτώντας την έρευνα συνολικά, σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι παραδοσιακές διαιρετικές τομές μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών υποχωρούν. Το τοπίο γίνεται πιο σύνθετο. Κατηγοριοποιήσεις μεταξύ «δυτικής», «ανατολικής» και «νότιας» Ευρώπης δεν απαντούν πλέον πειστικά στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες, είτε στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε και εκτός αυτής. Χώρες, όπως η Ρουμανία, που είχαν ραγδαία οικονομική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, δεν φαίνονται να εδραιώνουν μεγαλύτερο βαθμό εμπιστοσύνης στην φιλελεύθερη δημοκρατία. Από την άλλη μεριά, πλούσιες χώρες, όπως η Σουηδία, βλέπουν τους δημοκρατικούς τους θεσμούς να πιέζονται και την εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτούς να μειώνεται. Είναι σαφές ότι η Γαλλία και σε λιγότερο βαθμό, η Βρετανία, βρίσκονται σε βαθιά κρίση. Η Ελλάδα φαίνεται να ισορροπεί άβολα ανάμεσα σε μία γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και μία, κάπως νεφελώδη, πίστη στα ιδανικά της δημοκρατίας (διαφ. 9).
Υπενθυμίζω το προφανές: η έρευνα είναι στατική και άρα επιρρεπής στην πολιτική συγκυρία. Την περίοδο που συλλέχθηκαν τα στοιχεία της, η Γαλλία βίωνε την μεγαλύτερη πολιτική κρίση της Πέμπτης Δημοκρατίας, ενώ η Ρουμανία βρισκόταν στον απόηχο προεδρικών εκλογών που προκάλεσαν μεγάλη πόλωση. Στη Βρετανία η δημοφιλία της κυβέρνησης των Εργατικών βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά, αν και οι επόμενες εκλογές απέχουν τουλάχιστον δύο χρόνια ακόμα. Στη Σουηδία και την Ελλάδα το πολιτικό σκηνικό εμφανίζεται πιο παγιωμένο. Τουλάχιστον για την ώρα.
Τελειώνω με κάτι θετικό. Η εμπιστοσύνη των πολιτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο δείγμα της έρευνας, εμφανίζεται μεγαλύτερη από αυτή στους εθνικούς θεσμούς (διαφ. 18). Το εύρημα αυτό επιβεβαιώνεται και από μελέτες του Ευρωβαρόμετρου για όλα τα κράτη-μέλη της Ένωσης, που δείχνουν αύξηση, κατά μέσο όρο, του βαθμού υποστήριξης της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, κυρίως στις νεαρότερες ηλικίες. Στοιχηματίζω ότι η τάση αυτή θα επιταχυνθεί όσο οι ΗΠΑ και η Ρωσία συνεχίζουν να απειλούν τα συμφέροντα και την συλλογική υπόσταση της Ένωσης. Όμως η «ζήτηση» για περισσότερη Ευρώπη δεν συναντά ακόμα αντίστοιχη «προσφορά» εκ μέρους των εθνικών και ευρωπαϊκών ηγεσιών. Το πως θα αντιμετωπιστεί αυτή η ανισορροπία, με όρους εκλογικού ανταγωνισμού αλλά και εφαρμοσμένων πολιτικών, θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το μέλλον όλων μας.
*Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου είναι Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ.
Προς ποια κανονικότητα;
Γιώργος Σιάκας*
Η έρευνα για τη δημοκρατία που υλοποίησε η About People για το Progressive Lab συνέκρινε απόψεις και στάσεις πολιτών της Ελλάδας, της Γαλλίας, της Σουηδίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ρουμανίας. Τα ευρήματά της για την Ελλάδα μας δίνουν την δυνατότητα να δομήσουμε τη συζήτηση για τις αντοχές και το μέλλον της δημοκρατίας σε τρεις διαστάσεις: την δημοκρατία ως αξία, ως αποτέλεσμά, και ως λειτουργία.
Η δημοκρατία ως αξία συγκεντρώνει πολύ υψηλά ποσοστά υποστήριξης. Οκτώ στους δέκα την θεωρούν παρά τα προβλήματά της ως το ιδανικό σύστημα διακυβέρνησης. Με την ίδια πλειοψηφία απορρίπτεται και οποιαδήποτε συζήτηση για μία αυταρχική εναλλακτική, είτε με την μορφή ενός δικτατορικού καθεστώτος, είτε με την εμφάνιση ενός ισχυρού ηγέτη που θα μπορεί να παρακάμπτει νόμους και κανόνες. Η δημοκρατία ως τρόπος επίλυσης συγκρούσεων και λήψης αποφάσεων παραμένει πολύ υψηλά στο αξιακό μας σύστημα.
Όμως, η δημοκρατία δεν θεωρείται πως παράγει ικανοποιητικά αποτελέσματα. Οκτώ στους δέκα θεωρούν πως η δημοκρατία σήμερα δεν λειτουργεί αποτελεσματικά. Με παρόμοια έμφαση 6/10 εκτιμούν πως η γενιά τους ζει χειρότερα από προηγούμενες γενιές και επτά στους δέκα συμφωνούν στο ότι οι σημερινοί νέοι θα ζήσουν χειρότερα από τους ίδιους.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αντιμετωπίζουμε μία παράδοξη εκτίμηση, η οποία συνδυάζει προσδοκίες, απαισιοδοξία και απογοήτευση. Πως γίνεται η δημοκρατία να αποτελεί το προτιμητέο σύστημα διακυβέρνησης ενώ την ίδια στιγμή αποτελεί έναν μηχανισμό μειωμένου αποτελέσματος;
Αυτό οφείλεται στα χαρακτηριστικά της λειτουργίας της. Σύμφωνα με την έρευνα, τα μεγάλα συμφέροντα υπερκερνούν την λειτουργία της πολιτικής (29%), αποτελεσματικοί μηχανισμοί λογοδοσίας απουσιάζουν (29%), η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί ανεπηρέαστη από παρεμβάσεις (26%), τα κόμματα δεν θέτουν σε πρώτη μέριμνα το δημόσιο συμφέρον (25%). Με άλλα λόγια, η δημοκρατία δεν λειτουργεί αποτελεσματικά, γιατί οι βασικές συνιστώσες που προσδίδουν δύναμη σε ένα δημοκρατικό σύστημα, όπως η πολυφωνία, ο πλουραλισμός, η σύνθεση ιδεών, ή η υποστήριξη πολιτικών ενσωμάτωσης, απουσιάζουν.
Τι φταίει για τις λειτουργικές της αδυναμίες; Εδώ βρίσκεται το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της έρευνας. Οι ίδιες οι ελίτ υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα και την σταθερότητα. Στο ερώτημα του αν αποτελούν πυλώνα ή απειλή για τη δημοκρατία, η απάντηση είναι ξεκάθαρη: οι ελίτ θεωρούνται απειλή (67%). Δεύτερη ισχυρότερη απειλή θεωρούνται τα ΜΜΕ (53%).
Η εκ πρώτης όψεως θολή εικόνα για τις δυνατότητες της δημοκρατίας, γίνεται πλέον ξεκάθαρη. Η έρευνα δεν εκφράζει μία γενική δυσαρέσκεια ή μία άκριτη απόρριψη του δημοκρατικού συστήματος. Εκφράζει την δυσαρέσκεια των πολιτών για τον τρόπο λειτουργίας της, με σαφή αντί-ελίτ και «αντί-κατεστημένα» χαρακτηριστικά.
Το δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης, δεν αμφισβητείται. Τουλάχιστον για την ώρα. Όμως οι βασικοί πρωταγωνιστές του, ή αλλιώς το «κατεστημένο», θεωρούνται οι βασικοί υπαίτιοι της αναποτελεσματικότητας του. Οι σημερινές ελίτ είναι απονομιμοποιημένες, είτε λόγω αδυναμίας, ανικανότητας, ή δόλου. Το τι ισχύει από αυτά ακριβώς, έχει μικρή σημασία.
Αυτό που έχει σημασία είναι η ανάληψη πρωτοβουλιών από τις πολιτικές δυνάμεις, ώστε να καταστήσουμε την δημοκρατία περισσότερο λειτουργική. Σε επόμενη φάση, μπορεί να γίνει και πιο αποτελεσματική.
* Ο Γιώργος Σιάκας είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και Διευθυντής Ερευνών της Μονάδας Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.
Ηνωμένο Βασίλειο : Μια αφηρημένη προσήλωση στο δημοκρατικό ιδεώδες
του Σπύρου Κοσμίδη
Συχνά αξιολογούμε τα πολιτεύματα με όρους ανταποδοτικότητας: μας προσφέρει η δημοκρατία ισχυρότερη οικονομία; Περιορίζει την εκτεταμένη διαφθορά; Μας παρέχει, τέλος, την απαιτούμενη ασφάλεια; Είναι λογικό η ανταποδοτικότητα ενός πολιτεύματος να έχει ευθεία συνάρτηση με τα επίπεδα της αποδοχής του. Αρκετοί, ωστόσο, που υιοθετούν αρνητικές στάσεις απέναντι στη δημοκρατία βασίζονται σε συγκρίσεις φαντασιακού χαρακτήρα (τι θα συνέβαινε εάν δεν είχαμε δημοκρατία;) ή επιλέγουν ως σημείο αναφοράς την υπεραπλουστευμένη της εκδοχή: ως το πολίτευμα στο οποίο αποφασίζουν οι πλειοψηφίες.
Η περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρόκειται για μια χώρα που επέλεξε την «απεμπλοκή» της από την Ευρωπαϊκή Ένωση με στόχο την ανάκτηση του ελέγχου της οικονομίας και των δημοκρατικών θεσμών, αλλά και για μια χώρα στην οποία παρατηρείται η αποδυνάμωση των δύο ιστορικών πολιτικών κομμάτων εξουσίας και η παράλληλη άνοδος του ακροδεξιού ευρωσκεπτικιστή Νάιτζελ Φάρατζ, ο οποίος εδώ και καιρό προβάλλεται ως ο πιθανός μελλοντικός πρωθυπουργός. Πόσοι, λοιπόν, υποστηρίζουν σήμερα τα δημοκρατικά ιδεώδη στο Ηνωμένο Βασίλειο;
Σχεδόν τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων (74,6%) δηλώνουν ότι δεν υπάρχει καλύτερο σύστημα από την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αντίστοιχα, όμως, μόνο μια οριακή πλειοψηφία (54,6%) απορρίπτει -εμφατικά- την ιδέα ότι μια δικτατορία θα μπορούσε υπό συνθήκες να είναι προτιμότερη. Το εύρημα αυτό, ωστόσο, αποτυπώνει περισσότερο μια αφηρημένη προσήλωση στο δημοκρατικό ιδεώδες παρά εμπιστοσύνη στη λειτουργία των υπαρχόντων θεσμών: σημαντικά ποσοστά δηλώνουν ότι δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στον πρωθυπουργό (66,4%), στην κυβέρνηση (66,3%), στο Κοινοβούλιο (63,4%) και στα πολιτικά κόμματα (68,7%). Η έλλειψη εμπιστοσύνης στη δικαστική εξουσία είναι χαμηλότερη με περίπου τους μισούς βρετανούς να διατυπώνουν χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης.
Όταν ερωτήθηκαν για το τι απειλεί τη δημοκρατία, οι συμμετέχοντες ανέφεραν κυρίως την έλλειψη λογοδοσίας (29,9%), την απουσία ικανών ηγετών (26,4%) και τα πολιτικά κόμματα που αποτυγχάνουν να ενεργήσουν προς το δημόσιο συμφέρον (26,2%). Επιπλέον, περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες (53,9%) αισθάνονται ότι άτομα σαν τους ίδιους έχουν μικρή ή καμία επιρροή στις πολιτικές αποφάσεις, υπονομεύοντας την αίσθηση πολιτικής αποτελεσματικότητας από την οποία εξαρτάται η δημοκρατική νομιμοποίηση.
Οι ανησυχίες σχετικά με την εξουσία και τον έλεγχο της εκτείνονται πέρα από τους επίσημους θεσμούς. Περίπου οι μισοί ερωτηθέντες θεωρούν τις ελίτ (50,0%), τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (50,1%) και την τεχνητή νοημοσύνη (51,6%) ως απειλές για τη δημοκρατία, αντανακλώντας φόβους χειραγώγησης και παραπληροφόρησης. Οι ανησυχίες αυτές συνδέονται με σύγχρονες συζητήσεις γύρω από την ελευθερία του λόγου και τη ρύθμιση της δημόσιας σφαίρας, ιδίως όσον αφορά τις διαδικτυακές πλατφόρμες, όπου συγκρούονται ολοένα και περισσότερο ανταγωνιστικές αντιλήψεις περί προστασίας, λογοκρισίας και δημοκρατικής αντιπροσώπευσης. Παρ’ όλα αυτά, πάνω από έξι στους δέκα ερωτηθέντες δηλώνουν ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχει ελευθερία λόγου.
Παρά τα χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης, η πολιτική αποστασιοποίηση δεν είναι πλήρης. Τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων (67,6%) συζητούν πολιτικά ζητήματα με φίλους τουλάχιστον περιστασιακά, ενώ η πλειοψηφία (54,1%) δηλώνει πρόθυμη να αλλάξει ψήφο ανάλογα με τις συνθήκες αντί να παραμένει πιστή σε ένα κόμμα. Η ρευστότητα αυτή είναι δίκοπο μαχαίρι, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη διάθεσης αξιολόγησης και λογοδοσίας των κυβερνώντων, όμως μπορεί να οδηγήσει και σε περιπέτειες που ίσως οδηγήσουν σε ιστορικές ανατροπές του βρετανικού πολιτικού συστήματος.
Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι πάνω από τους μισούς ερωτηθέντες (52,5%) πιστεύουν πως τα παιδιά της σημερινής γενιάς θα βρεθούν σε χειρότερη θέση από τη δική τους. Αν λάβει κανείς υπόψιν τις τάσεις σε ό,τι αφορά τη διαγενεακή ανισότητα, τότε το ποσοστό αυτό είναι μάλλον χαμηλό. Την ίδια στιγμή, η μετανάστευση (48,3%) και η πίεση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (38,3%) κυριαρχούν στις αντιλήψεις για τις μελλοντικές προκλήσεις.
Επιστρέφοντας στην αρχική συζήτηση για την ανταποδοτικότητα του πολιτικού συστήματος και τις κυρίαρχες τάσεις, είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε τι υποστηρίζει η κοινή γνώμη και πως λειτουργούν οι πολιτικοί θεσμοί στην πράξη. Ενώ η κοινή γνώμη μπορεί να επηρεάζεται περιστασιακά από το επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης ή από άλλους δείκτες που υποδηλώνουν διαχειριστική ικανότητα, η λειτουργία των θεσμών οφείλει να είναι ανεπηρέαστη. Και στη Μεγάλη Βρετανία οι θεσμοί λειτουργούν ικανοποιητικά. Η απόπειρα αναστολής του Κοινοβουλίου το 2019, για παράδειγμα, δεν φωτίζει μόνο τις εντάσεις που μπορούν να προκύψουν εντός ενός ώριμου δημοκρατικού συστήματος, αλλά και τη σημασία της θεσμικής ανθεκτικότητας. Η παρέμβαση του Ανώτατου Δικαστηρίου λειτούργησε ως κρίσιμο αντίβαρο, επιβεβαιώνοντας ότι οι θεσμοί προστατεύουν το πολίτευμα από την αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας. Αντίστοιχα, κατά την πανδημία, η δημόσια εμπιστοσύνη υπέστη σοβαρό πλήγμα από αποκαλύψεις για παραβιάσεις των περιοριστικών μέτρων στη Ντάουνινγκ Στριτ και από διαπιστώσεις ότι ο Μπόρις Τζόνσον παραπλάνησε το Κοινοβούλιο. Και σε αυτή την περίπτωση, ενεργοποιήθηκαν μηχανισμοί λογοδοσίας και οι θεσμοί λειτούργησαν.
Τα ευρήματα της έρευνας, ωστόσο, εγείρουν ένα πιο σύνθετο ερώτημα: ποιο επίπεδο δημοκρατικής υποστήριξης μπορεί να θεωρηθεί επαρκές για τη σταθερότητα ενός πολιτεύματος; Η ύπαρξη μιας σχετικά περιορισμένης μειοψηφίας που εμφανίζεται δεκτική σε αυταρχικές εναλλακτικές — ακόμη και εάν αυτή παραμένει αριθμητικά μικρή — δεν πρέπει να παραβλέπεται. Θα έχουν οι πολίτες τα απαραίτητα αντανακλαστικά για να αποσοβήσουν μελλοντικές προσπάθειες αυθαιρεσίας της εκτελεστικής εξουσίας; Πόσοι θα αντιδράσουν και πως θα εκφραστούν; Η σημερινή εικόνα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού θα πρέπει να μας ανησυχεί.
*Ο κ. Σπύρος Κοσμίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Η αυτοψία της γαλλικής δημοκρατίας
του Στρατή Χωμενίδη
Η εγκαθίδρυση του γαλλικού δημοκρατικού πολιτεύματος είναι δομικά άρρηκτα συνδεδεμένη με το
θεσμικό όραμα του στρατηγού Ντε Γκωλ. Το 1958, η εμβληματική αυτή προσωπικότητα ηγείται μιας
θεσμικής και συνταγματικής μεταρρύθμισης (επικυρώθηκε μέσω δημοψηφίσματος) η οποία
μετατρέπει τους συσχετισμούς δυνάμεων της εκτελεστικής εξουσίας. Ο απευθείας εκλεγμένος
πρόεδρος της δημοκρατίας, βρίσκεται πλέον στο κέντρο της πολιτικής σκηνής, με το κοινοβούλιο να
παίζει δευτερεύοντα ρόλο στην άσκηση της εθνικής πολιτικής. Η μεταρρύθμιση αυτή καθιστά την
πολιτική ζωή των Γάλλων εντυπωσιακά προσωποκεντρική, συγκριτικά με τις γειτονικές χώρες. Βάσει
αυτού, η ανάγνωση της στατιστικής μελέτης που προσφέρεται προς ερμηνεία μπορεί να είναι η εξής :
σε μια πρώτη ένδειξη, είναι αξιοσημείωτο το ότι η οικονομική σταδιοδρομία της χώρας αξιολογείται
ως σχετικά ικανοποιητική, καθώς μόλις περίπου 10% των πολιτών δηλώνει σαφώς δυσαρεστημένο
από το βιοτικό του επίπεδο. Παραταύτα, λίγο παραπάνω από 65% των πολιτών θεωρεί πως η
δημοκρατική λειτουργία της Γαλλίας είναι αιτία προβληματισμού. Εντοπίζεται λοιπόν μια αντίφαση
μεταξύ του αντιληπτού βιοτικού επιπέδου, από την μια, και της αξιολόγησης της πολιτικής τάξης και
θεσμικής πλαισίωσης που προσφέρεται στην κοινωνία, από την άλλη. Κάτι που επιβεβαιώνεται από
το ότι μόνο 40% των Γάλλων δείχνει σχετική εμπιστοσύνη στους θεσμούς (ΠτΔ, κοινοβούλιο,
κυβέρνηση, κόμματα, ΕΕ, Δικαιοσύνη…).
Η δυσφορία που εκφράζουν οι πολίτες για το πολιτικό τους σύστημα και τους παράγοντες του είναι
λοιπόν δυσανάλογη με την οικονομική πραγματικότητα της χώρας. Σε μια πρώτη ανάγνωση, θα
μπορούσαμε να υποθέσουμε πως η δυσφορία αυτή προκύπτει από ένα αίσθημα απομάκρυνσης από
τα κέντρα ελέγχου και την πολιτική συμμετοχή. Εξάλλου, η προεδρική εξαίρεση της γαλλικής
δημοκρατίας τοποθετεί την πολιτική εξουσία, ως επί το πλείστων, στα χέρια ενός ηγέτη, που ορίζει
την πολιτική κατεύθυνση της κοινωνίας. Ωστόσο, περίπου 25% των πολιτών εκφράζει ανοχή σε μια
δυνητική αυταρχική στροφή του πολιτεύματος – υπό την προϋπόθεση να είναι αποτελεσματική η
διακυβέρνηση της χώρας. Ο βαθμός πολιτικοποίησης των Γάλλων κρίνεται μάλλον ικανοποιητικός,
καθώς περίπου 65% των πολιτικών φέρεται να συζητά με συνέπεια για πολιτική, στο πλαίσιο
κοινωνικών συναναστροφών. Εν τούτοις, η μεταβλητότητα της ατομικής ψήφου είναι άξια αναφοράς,
καθώς περίπου 40% των πολιτών ρυθμίζει την εκλογική του προτίμηση βάσει συγκυριών – ενώ ένα
έτερο 40% παραμένει σταθερό στην εκλογική του συμπεριφορά. Κατ’ επέκταση, φαίνεται πως η
ιδεολογική ψήφος αντισταθμίζεται από μια συγκυριακή εκλογική συμπεριφορά.Τέλος, μόλις 55% των Γάλλων αντιλαμβάνεται την άνοδο της Ακροδεξιάς ως απειλή για την κοινωνία
αλλά και το ίδιο το πολίτευμα. Κάτι που συμπίπτει με το ότι το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα
θεωρείται μεγαλύτερη πρόκληση για το μέλλον σε σχέση με την κλιματική αλλαγή. Μια πρώτη
ερμηνευτική οδός μαρξιστικής έμπνευσης, που θα συνέδεε την ανοχή στην άνοδο της Ακροδεξιάς,
καθώς και την έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και το πολίτευμα, με ένα αίσθημα οικονομικής
επισφάλειας, φαίνεται να μην είναι βάσιμη στην προκειμένη περίπτωση της Γαλλίας. Και αυτό,
κυρίως λόγω του βαθμού ικανοποίησης που εκφράζεται ως προς την υλική καθημερινότητα (σχετικά).
Η θεσμική αστάθεια των περασμένων δύο ετών, που κορυφώθηκε στις βουλευτικές εκλογές του
Ιουλίου του 2024 (υπενθυμίζεται πως κανένα κόμμα δεν συγκέντρωσε επαρκές εκλογικό ποσοστό
για να ηγηθεί στο κοινοβούλιο), φαίνεται να κλόνισε ουσιαστικά την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Ταυτόχρονα, παρατηρείται επίσης μια εισχώρηση της Ακροδεξιάς, τόσο σε ιδεολογικό, όσο και σε
θεσμικό επίπεδο. Οι παραδοσιακές παρατάξεις των σοσιαλιστών και της συντηρητικής δεξιάς δεν
μπόρεσαν να αποφύγουν μια σύγκληση της εφαρμοσμένης τους πολιτικής, αποτέλεσμα των νομικών
πιέσεων της ΕΕ (καλώς νοούμενων και μη) και της επιβολής της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Παρά
τον εμφανή βαθμό πολιτικής αντίληψης των Γάλλων, παρατηρείται ένα φαινόμενο νοηματικού κενού
και δυσπιστίας. Η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα φαίνεται να μην είναι σε θέση να
δικαιολογήσει την νομική και θεσμική πλαισίωση της καθημερινής ζωής. Είναι αξιοσημείωτο το ότι οι
πολίτες θεωρούν πως τα δύο κύρια προβλήματα της δημοκρατικής λειτουργίας της χώρας, την
παρούσα στιγμή, είναι η έλλειψη ηγετικών φυσιογνωμιών καθώς και η έλλειψη εμπλοκής των
κομμάτων στην καθημερινότητα των πολιτών (προς όφελος του κοινού καλού).
Ως εκ τούτου, το αίσθημα πολιτικής δυσφορίας που διαφαίνεται στα αποτελέσματα της παρούσας
μελέτης, είναι πιθανώς αποτέλεσμα αποδόμησης της συμβολικής και της πνευματικής έκφανσης της
πολιτικής ζωής. Τα κόμματα και οι προσωπικότητες που τα απάρτιζαν φαίνεται να αποτελούσαν πηγή
νοηματικού κατευνασμού των πολιτών, και πλέον εκλείπουν. Τα ιδεολογικά αφηγήματα που
εδραίωναν οι κομματικές δομές, και οι άνθρωποι που ηγούνταν αυτών, εμφανώς τρέφαν
αποτελεσματικά τόσο την πολιτική συνείδηση των ατόμων, όσο και την ελπίδα τους για την πλάση
μιας βέλτιστης κοινωνίας. Η απουσία των θεσμικών και συμβολικών αυτών αναφορών, αποτελεί
ενδεχομένως την πηγή της διαφαινόμενης φουρτούνας που διανύει η γαλλική δημοκρατία.
*Ο κ. Στρατής Χωμενίδης, είναι κάτοχος Economics BA – Paris I Panthéon-Sorbonne και Political Philosophy MA – École des Hautes Études en Sciences Sociales
Η δημοκρατία δεν λειτουργεί σωστά αλλά είναι προτιμότερη από την δικτατορία
Alina Dolea
Τα ευρήματα καταδεικνύουν μια βαθιά και διαχρονική κρίση εμπιστοσύνης στη ρουμανική κοινωνία. Οι πολίτες εμφανίζονται έντονα δύσπιστοι απέναντι στους θεσμούς, απαισιόδοξοι για το μέλλον και δυσαρεστημένοι με τη λειτουργία της δημοκρατίας, χωρίς ωστόσο να αμφισβητούν τη βασική της αξία. Η δημοκρατία παραμένει σαφώς προτιμητέα έναντι αυταρχικών εναλλακτικών, με την ελευθερία του λόγου να αναδεικνύεται ως κεντρικό δημοκρατικό κεκτημένο.
Παράλληλα, καταγράφεται έντονη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης και διάχυτη αίσθηση ότι η εθνική κυριαρχία βρίσκεται υπό πίεση. Αν και οι πολίτες δηλώνουν πολιτικά ενεργοί σε επίπεδο καθημερινών συζητήσεων, εμφανίζονται αμφίθυμοι ως προς τον προσδιορισμό απειλών για τη δημοκρατία. Μοναδική σταθερά αποτελεί η δυσπιστία απέναντι στις «ελίτ», οι οποίες αναδεικνύονται ως βασικός φορέας απειλής. Η αντίληψη ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται υπό την επιρροή ισχυρών συμφερόντων, και όχι αποκλειστικά από δημοκρατικά νομιμοποιημένες κυβερνήσεις, ενισχύει αφηγήσεις που συναντώνται συχνά σε λαϊκιστικό και αντισυστημικό λόγο.
Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί η αντίφαση μεταξύ γενικευμένης δυσπιστίας και ταυτόχρονης αναγνώρισης του κινδύνου που ενδέχεται να συνιστά η άνοδος της ακροδεξιάς. Παρότι οι απόψεις εμφανίζονται διχασμένες, η οριακή υπεροχή όσων αναγνωρίζουν τον κίνδυνο υποδηλώνει μερική επίγνωση των δημοκρατικών διακυβευμάτων, αλλά και περιορισμένη εννοιολογική σαφήνεια γύρω από τον όρο.
Σε επίπεδο πολιτικής συμπεριφοράς, η εκλογική ρευστότητα είναι υψηλή, καθώς περισσότεροι από τους μισούς πολίτες δηλώνουν ότι μεταβάλλουν την ψήφο τους ανάλογα με τις συγκυρίες και δεν αισθάνονται ισχυρή κομματική ταύτιση. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ασθενείς δεσμούς μεταξύ πολιτών και κομματικών σχηματισμών, στοιχείο που ενδέχεται να ενισχύει την πολιτική αστάθεια.
Στο κοινωνικοοικονομικό πεδίο, οι Ρουμάνοι εμφανίζονται δυσαρεστημένοι με την παρούσα οικονομική τους κατάσταση, αν και αναγνωρίζουν σχετική διαγενεακή πρόοδο σε σχέση με τους γονείς τους. Ωστόσο, η προοπτική των επόμενων γενεών αξιολογείται αρνητικά, με τη φτώχεια και τις κοινωνικές ανισότητες να αναδεικνύονται ως οι σημαντικότερες μελλοντικές προκλήσεις. Τα δεδομένα αυτά ευθυγραμμίζονται με πρόσφατες δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι η πλειοψηφία των πολιτών θεωρεί πως η χώρα κινείται σε λανθασμένη κατεύθυνση, με την τάση αυτή να ενισχύεται την περίοδο 2025–2026.
Η έρευνα επιβεβαιώνει ότι η χαμηλή εμπιστοσύνη αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της ρουμανικής κοινωνίας, με ιστορικές ρίζες. Η διάβρωση του κοινωνικού ιστού, ήδη εμφανής πριν τον κομμουνισμό, ενισχύθηκε περαιτέρω κατά την περίοδο του καθεστώτος, οδηγώντας σε χρόνια δυσπιστία τόσο προς τους θεσμούς όσο και μεταξύ των πολιτών. Ενδεικτικά, θεσμοί που παραδοσιακά συγκεντρώνουν υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης ,όπως ο στρατός και η Εκκλησία, λειτουργούν περισσότερο ως συμβολικά σημεία ασφάλειας και σταθερότητας.
Συνολικά, τα ευρήματα παρουσιάζουν εσωτερικές αντιφάσεις, οι οποίες όμως αντανακλούν το πρόσφατο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο. Η ακύρωση των προεδρικών εκλογών τον Δεκέμβριο του 2024 και η επανάληψή τους τον Μάιο του 2025 όξυναν τον κοινωνικό διχασμό, ενώ τα περιοριστικά οικονομικά μέτρα της νέας κυβέρνησης επιβάρυναν περαιτέρω το κλίμα δυσαρέσκειας και την αντίληψη επιδείνωσης της ποιότητας ζωής.
*Η κ. Alina Dolea είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Στρατηγικής Επικοινωνίας, Bournemouth University
Σουηδία: Δεν υπάρχει καλύτερη εναλλακτική της Δημοκρατίας
του Παύλου Χαμπίδη*
Στη Σουηδία το εκλογικό σώμα είναι ευμετάβλητο και δηλώνει κατά 49% ότι επιλέγει κόμμα ανάλογα με την τρέχουσα κατάσταση. Στην συντριπτική του πλειοψηφία δεν δέχεται ότι υπάρχει κάποια άλλη καλύτερη εναλλακτική από την Δημοκρατία. Το ίδιο συντριπτική είναι και η απόρριψη της ιδέας ότι μια Δικτατορία ή κάποιος χαρισματικός ηγέτης θα μπορούσαν να αποτελούν λύση σε κάποιες περιπτώσεις.
Τα πολιτικά κόμματα, τα ΜΜΕ, οι ΜΚΟ, οι ανεξάρτητες αρχές, η ΕΕ, τα συνδικάτα και η τοπική αυτοδιοίκηση μειοψηφούν ως προς την αποδοχή.Έχει ενδιαφέρον και η μειοψηφούσα αποδοχή θεσμών όπως η Βασιλεία, αυτός του Πρωθυπουργού και του Κοινοβουλίου. Οι πολίτες δηλώνουν δυσαρέσκεια. Η Δικαιοσύνη είναι ο πυλώνας με την μεγαλύτερη (55%) αποδοχή.
Οι σημαντικότερες πτυχές της Δημοκρατίας είναι το δικαίωμα του εκλέγειν, η κάλυψη των βασικών αναγκών και η ελευθερία έκφρασης. Αρνητικές επιπτώσεις για την Δημοκρατία έχουν η ελλιπής ανάληψη ευθύνης εκ μέρους των κομμάτων και των πολιτών, το ότι τα κόμματα δεν αγωνίζονται όσο θα έπρεπε για το κοινό καλό και η κοινωνική ανισότητα.
Παράλληλα οι πολίτες αισθάνονται ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται από την εν ενεργεία κυβέρνηση, αμφισβητούν την αξιοπιστία των ηγετών και ότι υπάρχει έλλειψη διαβούλευσης και κοινωνικού διαλόγου.
Τον καλπασμό της ακροδεξιάς αντιλαμβάνονται ως απειλή το 58% και σε ό,τι αφορά την ελευθερία έκφρασης δεν αμφισβητείται από το 78% έναντι ενός 18% το οποίο δεν συμφωνεί με την διατυπωμένη ερώτηση. Ένα σημαντικό ποσοστό (45%) νοιώθει ότι αδυνατεί να επηρεάσει τα πράγματα της χώρας,
Διχασμένες οι απόψεις για το αν ζουν καλύτερα από την γενιά των γονέων τους και εκπεφρασμένη απαισιοδοξία για το μέλλον των σημερινών εφήβων. Όσον αφορά τις επερχόμενες προκλήσεις, το σύστημα υγείας και η μετανάστευση προηγούνται έναντι αυτών του περιβάλλοντος και της ειρήνης.
*Ο κ.Παύλος Χαμπίδης είναι ζωγράφος και απόφοιτος του Πανεπιστημίου της Lund, στη Σουηδία, με πτυχίο Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Τέχνης





