skip to Main Content
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΣΗΜΑ (Copy)

Επιτέλους αποκαλύπτονται . Η Κομισιόν το είπε καθαρά: Δεν θέλουν ρύθμιση. Θέλουν πλειστηριασμούς, θέλουν τα ακίνητα.

Επιτέλους αποκαλύπτονται .

Η Κομισιόν το είπε καθαρά: Δεν θέλουν ρύθμιση.                              Θέλουν πλειστηριασμούς, θέλουν τα ακίνητα.

Η νέα Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα, της 3.6.2026, αποκαλύπτει με τον πιο ωμό τρόπο την πραγματική κατεύθυνση της πολιτικής για τα κόκκινα δάνεια.
Η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες «καθάρισαν» τους ισολογισμούς τους. Αναγνωρίζει επίσης ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια βρίσκονται πλέον σε μεγάλο βαθμό εκτός τραπεζικού συστήματος, στα χέρια διαχειριστών πιστώσεων.
Δηλαδή, το πρόβλημα δεν λύθηκε.
Απλώς μεταφέρθηκε από τις τράπεζες στους servicers και τελικά στις πλάτες των δανειοληπτών.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αποκάλυψη.
Αντί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ζητά επιτάχυνση των ρυθμίσεων, βιώσιμες αναδιαρθρώσεις, κουρέματα, επιμηκύνσεις, προστασία κατοικιών και επιχειρήσεων, ζητά επιτάχυνση των διαδικασιών που οδηγούν σε εκκαθαρίσεις, πλειστηριασμούς και ρευστοποίηση εξασφαλίσεων.
Η τελική σύσταση προς την Ελλάδα είναι να μειώσει το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων που διακρατούνται από τράπεζες και διαχειριστές πιστώσεων, επιταχύνοντας τις δικαστικές διαδικασίες που σχετίζονται με εκκαθαρίσεις.
Αυτό δεν είναι πολιτική διευθέτησης ιδιωτικού χρέους.
Είναι πολιτική μαζικής απαλλοτρίωσης ιδιωτικής περιουσίας.
Η ρύθμιση κρατά τον πολίτη μέσα στην οικονομία.
Η εκκαθάριση τον πετάει έξω από αυτήν.
Η ρύθμιση σώζει κατοικίες, επιχειρήσεις, θέσεις εργασίας και φορολογική βάση.
Η εκκαθάριση σώζει μόνο ισολογισμούς, funds και επενδυτικά σχήματα.
Τα κόκκινα δάνεια μπορούν και πρέπει να ρυθμιστούν.
Η πρώτη επιλογή σε ένα ευρωπαϊκό κράτος δικαίου δεν μπορεί να είναι ο πλειστηριασμός.
Πρέπει να είναι η διαφανής, υποχρεωτική, καλόπιστη και βιώσιμη ρύθμιση.
Πρώτα ρύθμιση.
Πρώτα διάσωση κατοικίας.
Πρώτα διάσωση επιχείρησης.
Πρώτα προστασία της παραγωγικής περιουσίας.
Και μόνο ως έσχατο μέσο, μετά από πραγματικό έλεγχο νομιμότητας, αναγκαστική εκτέλεση.
Αντιθέτως, η Κομισιόν μιλά σαν οι πλειστηριασμοί να είναι μονόδρομος.
Σαν το πρόβλημα να μην είναι η υπερχρέωση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, αλλά η καθυστέρηση της ρευστοποίησης της περιουσίας τους.
Σαν ο δανειολήπτης να μην είναι πολίτης, επαγγελματίας, οικογένεια, εργαζόμενος, επιχειρηματίας, αλλά εμπόδιο στον ισολογισμό κάποιου fund ή servicer.
Και τότε ας μας το πουν ευθέως.
Να μην κρύβονται πίσω από τεχνοκρατικές διατυπώσεις, «εξυγιάνσεις», «εκκαθαρίσεις», «βελτιώσεις πλαισίου» και «επιτάχυνση διαδικασιών».
Να πουν καθαρά ότι δεν επιδιώκουν πραγματική ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους.
Ότι δεν τους ενδιαφέρει η βιώσιμη διάσωση κατοικιών, επιχειρήσεων και παραγωγικής περιουσίας.
Ότι δεν τους ενδιαφέρει η επανένταξη του δανειολήπτη στην οικονομική ζωή.
Να ομολογήσουν ότι η πραγματική επιδίωξη είναι η μαζική απαλλοτρίωση ιδιωτικής — και σταδιακά και δημόσιας — περιουσίας, με πρόσχημα τη «ρύθμιση» του ιδιωτικού χρέους.
Διότι όταν η πολιτική επιλογή δεν είναι η υποχρεωτική, διαφανής και βιώσιμη ρύθμιση, αλλά η επιτάχυνση των εκκαθαρίσεων, των πλειστηριασμών και της ρευστοποίησης εξασφαλίσεων, τότε το συμπέρασμα είναι αναπόφευκτο:
Δεν θέλουν να ρυθμίσουν τα κόκκινα δάνεια.
Θέλουν να εκκαθαρίσουν τους δανειολήπτες.
Δεν θέλουν λύση του ιδιωτικού χρέους.
Θέλουν μεταφορά περιουσίας.
Δεν θέλουν κοινωνική δικαιοσύνη.
Θέλουν θεσμικά οργανωμένη απαλλοτρίωση.
Ας το πουν λοιπόν ευθέως.
Ας σταματήσουν να βαφτίζουν την αρπαγή «εξυγίανση».
Ας σταματήσουν να παρουσιάζουν την απώλεια κατοικιών, επιχειρήσεων και περιουσιών ως δήθεν τεχνικό ζήτημα τραπεζικής σταθερότητας.
Γιατί εδώ δεν έχουμε απλώς μια οικονομική πολιτική.
Έχουμε ένα σχέδιο κοινωνικής εκκαθάρισης, με θεσμική κάλυψη, τεχνοκρατική γλώσσα και πραγματικό αποτέλεσμα τη μαζική μεταφορά περιουσίας από τους πολίτες προς funds, servicers και εταιρείες εκμετάλλευσης ακινήτων.
Ακόμη πιο εξοργιστική είναι η αντίφαση με τη στεγαστική κρίση.
Η ίδια Έκθεση αναγνωρίζει ότι οι τιμές των κατοικιών και των ενοικίων έχουν αυξηθεί περισσότερο από τα εισοδήματα και ότι η στέγαση γίνεται όλο και λιγότερο προσιτή για μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού.
Και όμως, την ίδια στιγμή, προωθείται η λογική της επιτάχυνσης των εκκαθαρίσεων και των πλειστηριασμών.
Μα ακριβώς αυτή η πολιτική τροφοδοτεί τη στεγαστική κρίση.
Αν τα δάνεια ρυθμίζονταν πραγματικά, τα ακίνητα δεν θα εγκλωβίζονταν σε ατελείωτες διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.
Δεν θα έμεναν δεσμευμένα.
Δεν θα περνούσαν μαζικά από τους δανειολήπτες σε σχήματα διαχείρισης, funds, εταιρείες ειδικού σκοπού και εταιρείες ακινήτων.
Δεν θα μετατρεπόταν η κατοικία και η επαγγελματική στέγη σε αντικείμενο χρηματοοικονομικής εκμετάλλευσης.
Η στεγαστική κρίση δεν είναι φυσικό φαινόμενο.
Είναι αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής.
Είναι αποτέλεσμα της επιλογής να μη ρυθμίζονται τα δάνεια, αλλά να εκκαθαρίζονται οι άνθρωποι.
Είναι αποτέλεσμα της επιλογής να προστατευθούν οι τραπεζικοί ισολογισμοί, όχι οι οικογένειες.
Είναι αποτέλεσμα της επιλογής να εμφανιστεί ως «εξυγίανση» η μεταφορά περιουσίας από τους δανειολήπτες σε funds, servicers και εταιρείες εκμετάλλευσης ακινήτων.
Όταν η Ευρώπη και η ελληνική κυβέρνηση θεωρούν πρόβλημα τις δικαστικές αντιστάσεις των δανειοληπτών και όχι την αδιαφάνεια των μεταβιβάσεων, όχι τη νομιμοποίηση των διαχειριστών, όχι τις καταχρηστικές πρακτικές, όχι τις υπερβολικές κατασχέσεις, όχι τους πλειστηριασμούς πριν την τελεσίδικη κρίση, τότε δεν μιλάμε πλέον για κράτος δικαίου.
Μιλάμε για οργανωμένη κοινωνική εκκαθάριση.
Μιλάμε για ένα μοντέλο στο οποίο πρώτα οι τράπεζες σώθηκαν με δημόσιο χρήμα, μετά «καθάρισαν» τους ισολογισμούς τους, και τώρα οι πολίτες καλούνται να χάσουν τα σπίτια, τις επιχειρήσεις και την περιουσία τους για να ολοκληρωθεί η εκκαθάριση.
Αυτό δεν είναι οικονομική πολιτική.
Δεν είναι μεταρρύθμιση.
Δεν είναι εξυγίανση.
Είναι κοινωνικό έγκλημα με θεσμική σφραγίδα.
Και εδώ υπάρχει ένα ευθύ πολιτικό μήνυμα.
Οι δανειολήπτες, οι επαγγελματίες, οι μικρομεσαίοι, οι οικογένειες που έχασαν ή κινδυνεύουν να χάσουν το σπίτι, την επιχείρηση και την περιουσία τους, δεν πρέπει να ξεχάσουν ποιοι κυβέρνησαν, ποιοι νομοθέτησαν, ποιοι σιώπησαν και ποιοι διευκόλυναν αυτό το σύστημα.
Δεν ήρθαν οι πλειστηριασμοί από το πουθενά.
Δεν ήρθαν οι servicers από το πουθενά.
Δεν ήρθαν τα funds από το πουθενά.
Δεν ήρθαν οι REOCo, οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, οι διαρκείς τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η αποδυνάμωση της προστασίας του δανειολήπτη από κάποιο φυσικό φαινόμενο.
Ήρθαν με νόμους.
Ήρθαν με υπουργικές αποφάσεις.
Ήρθαν με πολιτικές επιλογές.
Ήρθαν με κυβερνήσεις, με κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, με κόμματα που γνώριζαν και με πολιτικά πρόσωπα που σήμερα θα εμφανιστούν ξανά μπροστά στους πολίτες ζητώντας ψήφο και εμπιστοσύνη.
Ας απαντήσουν λοιπόν καθαρά:
Ποιος ψήφισε το πλαίσιο που επιτρέπει να χάνεται η περιουσία πριν τελεσιδικήσουν οι δικαστικές διαφορές;
Ποιος επέτρεψε στους servicers να λειτουργούν ως πραγματικοί κυρίαρχοι του ιδιωτικού χρέους;
Ποιος ανέχθηκε την αδιαφάνεια των μεταβιβάσεων;
Ποιος επέτρεψε να μετατραπεί η κατοικία, η επαγγελματική στέγη και η παραγωγική περιουσία σε επενδυτικό προϊόν;
Ποιος μιλά για «ρύθμιση» ενώ στην πράξη οργανώνει εκκαθαρίσεις μέσω πλειστηριασμών ;
Οι πολίτες δεν πρέπει να μείνουν στην αγανάκτηση.
Πρέπει να μετατρέψουν την αγανάκτηση σε μνήμη, κρίση και απαίτηση λογοδοσίας.
Κανένα πολιτικό πρόσωπο δεν μπορεί να εμφανίζεται ως προστάτης της κοινωνίας, όταν στήριξε ή ανέχθηκε ένα πλαίσιο που οδηγεί σε μαζική μεταφορά ιδιωτικής περιουσίας από τους δανειολήπτες προς funds, servicers και εταιρείες εκμετάλλευσης ακινήτων.
Και κανείς δεν δικαιούται να ζητά ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών χωρίς να απαντήσει πρώτα σε ένα απλό ερώτημα:
Με ποιους είστε;
Με τους πολίτες που ζητούν δίκαιη ρύθμιση;
Ή με το σύστημα που θέλει εκκαθάριση, πλειστηριασμούς και απαλλοτρίωση περιουσίας;
Γιατί αυτή τη φορά κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν γνώριζε.
Κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τεχνικούς όρους.
Κανείς δεν μπορεί να βαφτίζει την αρπαγή «εξυγίανση» και την κοινωνική καταστροφή «μεταρρύθμιση».
Το ιδιωτικό χρέος είναι πολιτικό ζήτημα.
Οι πλειστηριασμοί είναι πολιτικό ζήτημα.
Η απώλεια κατοικίας και επαγγελματικής στέγης είναι πολιτικό ζήτημα.
Η σιωπή απέναντι σε όλα αυτά είναι επίσης πολιτική θέση.
Και η κοινωνία έχει δικαίωμα να θυμάται ποιοι στάθηκαν απέναντί της όταν κινδύνευε να χάσει την περιουσία της.
Η λύση στα κόκκινα δάνεια δεν είναι οι πλειστηριασμοί.
Η λύση είναι οι ρυθμίσεις.
Η λύση είναι η διαφάνεια.
Η λύση είναι ο έλεγχος των μεταβιβάσεων.
Η λύση είναι η προστασία της κατοικίας, της εργασίας και της παραγωγικής περιουσίας.
Όποιος επιμένει να παρουσιάζει την αρπαγή περιουσίας ως «εξυγίανση», δεν υπηρετεί την κοινωνία.
Υπηρετεί το σχέδιο μετατροπής της ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων σε επενδυτικό προϊόν.
Αν δεν θέλουν ρυθμίσεις, ας το ομολογήσουν.
Αν θέλουν απαλλοτρίωση, ας το πουν καθαρά.
Η κοινωνία δικαιούται να ξέρει ποιο είναι το πραγματικό σχέδιο πίσω από τα κόκκινα δάνεια και ποιοι μεθοδεύουν την αρπαγή της περιουσίας του.
Ο ΕΧΘΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΤΕΙΧΩΝ.
Διονύσιος Βούτος
Δημοσιογράφος
45 χρόνια στην δημοσιογραφία. Δημοσιογράφος ΕΡΤ
Back To Top