skip to Main Content
15 Kyriakos (Copy)

ΔΕΘ: Επτά χρόνια κούφιων υποσχέσεων – Οι στατιστικές διαψεύδουν το «όραμα» Μητσοτάκη

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Την ώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσιάζει το -σαφώς προεκλογικό- πρόγραμμά του στη Θεσσαλονίκη, η «Εφ.Συν.» ξετυλίγει το κουβάρι των έως τώρα εξαγγελιών του που διαψεύστηκαν από την… κυβερνητική πραγματικότητα

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ  Πάνος Κοσμάς

Σήμερα και αύριο, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, όπου θα παρουσιάσει την κυβερνητική στρατηγική και το πακέτο μέτρων για το 2026 και το 2027 αλλά και για την επόμενη τετραετία – υποβάλλοντας μέσα από αυτά την υποψηφιότητά του να κυβερνήσει την Ελλάδα για ακόμη τέσσερα χρόνια. Εύλογα και εντελώς αναμενόμενα, η ομιλία του πρωθυπουργού θα έχει επίσης στοιχεία απολογιστικά, ιδιαίτερα για την οικονομική του πολιτική – σε τόνους θριαμβικούς, όπως συνηθίζουν ο ίδιος και τα κυβερνητικά του στελέχη.

Ωστόσο, ο οικονομικός απολογισμός της κυβερνητικής του 7ετίας μόνο θριαμβευτικός δεν είναι. Αντίθετα, βρίθει αποτυχιών, οι οποίες μάλιστα έχουν και δομικό-στρατηγικό χαρακτήρα. Δεν πρόκειται δηλαδή για επιμέρους αποτυχίες, αλλά για αποτυχίες που αθροίζονται σε μία συνολική: στην οικοδόμηση ενός παραγωγικού μοντέλου ασθενικού, που συνεπάγεται και αναπαράγει ένα κοινωνικό μοντέλο φτώχειας και κοινωνικής δυσανεξίας.

Εφτά ΔΕΘ μετά την πρώτη παρουσίαση του «οράματός» του για την οικονομία και την κοινωνία το 2019, οι επίσημες στατιστικές διαψεύδουν το «όραμα» του πρωθυπουργού, ενώ οι νέες του εξαγγελίες διαψεύδονται από τις ίδιες τις προβλέψεις του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησής του για την… επόμενη τριετία 2027-2029, όπως περιλαμβάνονται στον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029.

Ταξινομήσαμε σε 7 βασικές τις διαρθρωτικές αποτυχίες της οικονομικής πολιτικής της 7ετίας Μητσοτάκη: 7 ΔΕΘ μετά, 7 στρατηγικές αποτυχίες. Πριν τις παρουσιάσουμε αναλυτικά, να υπενθυμίσουμε ότι στη διάρκεια αυτών των 7 χρόνων οι κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη διαχειρίστηκαν έναν πρωτοφανή πακτωλό πόρων, που ξεπερνάει κατά πολύ τα 100 δισ. ευρώ: 43 δισ. ευρώ οι δαπάνες της πανδημίας σε συνθήκες δημοσιονομικής «ευελιξίας», 36 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και 26 δισ. ευρώ από την ολοκλήρωση το ΕΣΠΑ 2014-2020 και την υλοποίηση του ΕΣΠΑ 2021-2027, σύνολο 105 δισ. ευρώ. Το τεράστιο αυτό ύψος πόρων υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο τις αποτυχίες της οικονομικής του πολιτικής.

1. Ανάπτυξη

Το 2019 η ελληνική οικονομία έβγαινε από μια μεγάλη κρίση στη διάρκεια της οποίας έχασε 26% του ΑΕΠ της – ποσοστό πρωτοφανές σε περίοδο μη πολεμική. Τα κυβερνητικά στελέχη μιλούσαν τότε για το «πατημένο ελατήριο», δηλαδή για ένα αναπτυξιακό «μπουμ» με ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης τουλάχιστον στα προ της κρίσης επίπεδα. Αντί γι’ αυτό και παρά τον πακτωλό πόρων των 105 δισ. ευρώ, η πραγματικότητα αποδείχθηκε απογοητευτική.

ΔΕΘ: Επτά χρόνια κούφιων υποσχέσεων – Οι στατιστικές διαψεύδουν το «όραμα» ΜητσοτάκηΑνάμεσα στο 2019 και στο 2025 (για το 2026 έχουμε μόνο εκτιμήσεις), ο δείκτης του πραγματικού ΑΕΠ αυξήθηκε μόνο κατά 10,8%. Τα μόνα έτη που εντυπωσιάζουν είναι το 2021 (+8,7%) και το 2022 (+5,5%), αλλά αυτό εξηγείται από την απότομη πτώση κατά 9,2% του πραγματικού ΑΕΠ το 2020, λόγω του λοκντάουν επί πανδημίας. Από το 2023 και ύστερα, οι πραγματικοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ επανέρχονται στη μίζερη «κανονικότητα» του +2,1%, παρ’ όλο που τότε ακριβώς ωρίμαζε η υλοποίηση του ελληνικού Σχεδίου Ανάκαμψης Ellada 2.0. Μάλιστα για το 2026 οι συγκλίνουσες προβλέψεις του ΟΟΣΑ και της ΤτΕ μιλούν για αύξηση 1,9% και της Κομισιόν και του ΔΝΤ για 1,8%.

Η κυβέρνηση προσπαθούσε να διασκεδάσει το γεγονός λέγοντας ότι αυτοί οι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν πολύ ανώτεροι του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ομως, καμία χώρα της Ευρώπης δεν βγήκε από την κρίση ούτε κατά προσέγγιση με μείωση του ΑΕΠ της κατά 26%.

Ωστόσο, η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ ήταν… πλουσιοπάροχη, όπως φαίνεται από τον σχετικό πίνακα. Μόνο που, εξαιρώντας τα χρόνια των έκτακτων επιπτώσεων της πανδημίας (2020-2022), οφειλόταν πολύ περισσότερο στον αποπληθωριστή του ΑΕΠ (δηλαδή στην αύξηση των τιμών λόγω του πληθωριστικού κύματος μετά το 2021) και πολύ λιγότερο στην πραγματική αύξηση του ΑΕΠ, όπως φαίνεται στον σχετικό παρατιθέμενο πίνακα. Το «θαύμα» της αύξησης του (ονομαστικού) ΑΕΠ, στο οποίο οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά το άλλο «θαύμα» της θεαματικής μείωσης του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, οφείλεται σε ποσοστό πάνω από 50% στην αύξηση των τιμών και όχι στην πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας.

ΔΕΘ: Επτά χρόνια κούφιων υποσχέσεων – Οι στατιστικές διαψεύδουν το «όραμα» Μητσοτάκη

2. Παραγωγικότητα της εργασίας

Στον τομέα αυτόν έχουμε πραγματική κυβερνητική πανωλεθρία! Για σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες-μέλη παίρνουμε ως καταλληλότερο τον Δείκτη ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας σε PPS, ΕΕ-27 = 100, επειδή διορθώνει τόσο για τις διαφορές τιμών όσο και για τις διαφορές στις ώρες εργασίας. Η ίδια η Eurostat σημειώνει ότι ο δείκτης ανά ώρα δίνει καλύτερη εικόνα από τον δείκτη ανά απασχολούμενο. Με βάση αυτόν τον δείκτη, η εικόνα για την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας είναι η εξής:

  • Η απόσταση από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο είναι χαώδης.
  • Οι ρυθμοί κάλυψης αυτού του χάσματος από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο είναι τόσο απελπιστικά αργοί (πρόοδος μόλις 2,1 εκατοστιαίων μονάδων στην 7ετία!) ώστε για να καλυφθεί θα απαιτηθεί άγνωστος αριθμός δεκαετιών – αλλά πάντως μεγάλος.

3. Δημογραφικό

Πρόκειται για στρατηγικής σημασίας πρόβλημα τόσο για την ελληνική οικονομία όσο και για την ελληνική κοινωνία. Ομως, τόσο η κατάσταση όσο και η τάση και οι προβλέψεις είναι αποκαρδιωτικές:

  • Μεταξύ 2019 και 2025 η Ελλάδα έχασε 383.889 πληθυσμό (φυσικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων).
  • Στην ίδια περίοδο, ο συνολικός πληθυσμός μειώθηκε κατά 3,3%, αλλά ο πληθυσμός κάτω των 45 ετών μειώθηκε κατά 10,2%.
  • Το μερίδιο των ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών αυξήθηκε από 22,1% σε 23,7% του συνόλου, το μερίδιο των ατόμων ηλικίας 0-45 ετών μειώθηκε από 50,2% σε 46,6% και το μερίδιο των ηλικιών 0-14 ετών μειώθηκε από 14,3% σε 12,8%.
  • Η διάμεση ηλικία της Ελλάδας είναι ήδη περίπου 47 έτη και κινείται προς άνω των 50 στις επόμενες δεκαετίες.

Οι προβολές για τις επόμενες δεκαετίες είναι ανατριχιαστικές: Η Κομισιόν εκτιμά ότι ο ελληνικός πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας θα μειωθεί κατά το ένα τρίτο ώς το 2070. Το EUROPOP 2025 δίνει την εξής εικόνα της ηλικιακής σύνθεσης έως το 2080 σε σχέση με το 2025: η ομάδα 20-64 εκτιμάται ότι θα μειωθεί περίπου 36%, ενώ οι άνω των 65 θα εξακολουθούν να αυξάνονται ως μερίδιο. Ο ΟΟΣΑ είναι επίσης ιδιαίτερα απαισιόδοξος για την Ελλάδα. Στην πρόσφατη ανάλυση Shrinking Smartly and Sustainably, κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή συρρίκνωση και προβλέπει ότι έως το 2060 ο πληθυσμός της θα είναι πάνω από 20% χαμηλότερος σε σχέση με το 2022. Αν χρησιμοποιήσουμε ως βάση περίπου 10,4 εκατ., μια πτώση άνω του 20% σημαίνει τάξη μεγέθους περίπου 8,3 εκατ. ή και λιγότερο γύρω στο 2060. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η ηλικιακή σύνθεση: ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι το 2060 πάνω από το 35% του ελληνικού πληθυσμού θα είναι ηλικίας 65+.

Το συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα δεν μικραίνει μόνο• ταυτόχρονα γερνάει και χάνει δυσανάλογα νεότερες και παραγωγικές ηλικίες – με ρυθμό πρωτοφανή.

4. Ισοζύγιο πληρωμών

Το ισοζύγιο πληρωμών (Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών) είναι επίσης βασικός διαρθρωτικός δείκτης ευρωστίας μιας οικονομίας, καθώς αποκαλύπτει το επίπεδο της ανταγωνιστικότητάς της: το επίπεδο των εξαγωγών της αλλά και σε ποιο βαθμό καλύπτει τις ανάγκες της εγχώριας ζήτησης με εγχώρια παραγωγή. Η αποτυχία εδώ τεκμαίρεται από το γεγονός ότι επί διακυβέρνησης Μητσοτάκη κατέστη αδύνατο να μειωθεί κάτω από το 6% του ΑΕΠ, επίπεδο απαράδεκτα υψηλό. Μάλιστα, από το 2023 και ύστερα διευρύνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ: 2023 = 6,2% του ΑΕΠ, 2026 (πρόβλεψη Κομισιόν) 7,1% του ΑΕΠ. Η τάση αυτή, μεταξύ άλλων, διαψεύδει τις προσδοκίες που η διακυβέρνηση Μητσοτάκη είχε καλλιεργήσει για την αλλαγή του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου σε εξωστρεφές και ανταγωνιστικό. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν, αλλά όχι τόσο ώστε να διαφαίνεται αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Μάλιστα, αυτή η διάψευση έρχεται παρά την υλοποίηση του Ellada 2.0, που στόχευε κατ’ εξοχήν σε μια τέτοια μεταμόρφωση του παραγωγικού μοντέλου.

ΔΕΘ: Επτά χρόνια κούφιων υποσχέσεων – Οι στατιστικές διαψεύδουν το «όραμα» Μητσοτάκη
(Konstantinos Tsakalidis / SOOC)

5. Ιδιωτικό χρέος

Οσα εξετάσαμε ώς εδώ, αφορούν στρατηγικούς δείκτες ευρωστίας της οικονομίας. Αποκαλύπτουν στρατηγικές αποτυχίες και ένα παραγωγικό μοντέλο μη ανθεκτικό και μη ανταγωνιστικό, που μάλιστα απέχει σε κρίσιμους δείκτες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και καλύπτει το χάσμα (εκεί και όταν το καλύπτει) με πολύ αργούς ρυθμούς. Στο εξής, θα περάσουμε σε δείκτες που αφορούν την κατάσταση των «χαμένων» του αναπτυξιακού στόρι 2019-2026.

Αρχίζουμε με το ιδιωτικό χρέος (χρέος ιδιωτών προς Δημόσιο-Εφορία, ασφαλιστικά ταμεία και τράπεζες-servicers). Είναι βασικός δείκτης κοινωνικής και οικονομικής ασφυξίας. Τα δεδομένα είναι τα εξής:

  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Εφορία (ΑΑΔΕ) ήταν στο τέλος του 2019 105,6 δισ. ευρώ, «εκ μεταφοράς» από τα χρόνια της κρίσης. Εκτοτε συνέχισαν να αυξάνονται και στα τέλη του 2025 έφτασαν τα 113,9 δισ. ευρώ. Το 2024 και το 2025 γνώρισαν ξανά σημαντική ετήσια αύξηση συνολικά 7,6 δισ. ευρώ. Το ίδιο διάστημα, η κατηγορία οφειλών «ανεπίδεκτες είσπραξης» αυξήθηκαν από 18,1 δισ. ευρώ σε 26,3 δισ. ευρώ.
  • Το υπόλοιπο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το ΚΕΑΟ (ασφαλιστικά ταμεία) ήταν το 2019 35,4 δισ. ευρώ και αυξήθηκε το 2025 σε 51,3 δισ. ευρώ.
  • Τα «κόκκινα» δάνεια προς τις τράπεζες και τους servicers ήταν το 2019 91,5 δισ. ευρώ. Η κατανομή σε τράπεζες-servicers το 2019 ήταν 68,0 και 23,5 δισ. ευρώ αντίστοιχα και το 2025 είχε μεταβληθεί σε 5,7 και 80,0 δισ. ευρώ.

Αποτιμώντας σε αδρές γραμμές αυτόν τον δείκτη οικονομικής ασφυξίας, τα συμπεράσματα είναι τα εξής:

  • Σε όλες τις βασικές κατηγορίες ιδιωτικού χρέους έχουμε αύξηση και όχι αποσυμφόρηση.
  • Τα τελευταία χρόνια η τάση της αύξησης είναι ανοδική στις δύο από τις τρεις κατηγορίες (προς Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία).
  • Στην τρίτη κατηγορία, τα «κόκκινα» δάνεια προς τράπεζες και servicers, καταγράφεται μικρή μείωση. Μειώθηκαν θεαματικά τα «κόκκινα» δάνεια των τραπεζών, αλλά αυξήθηκαν εξίσου θεαματικά αυτά των servicers. Το γεγονός παραμένει: πάνω από 85 δισ. ευρώ εξακολουθούν να αποτελούν οικονομικό βραχνά για δεκάδες χιλιάδες δανειολήπτες, φυσικά πρόσωπα και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που εξακολουθούν να αναμετριούνται με τη χρεοκοπία.

6. Κοινωνικό κράτος

Σε μια κοινωνία που το 2019 έβγαινε καθημαγμένη από την κρίση και τα μνημόνια, ο «κοινωνικός μισθός», δηλαδή οι απολαβές των εργαζομένων και αδύναμων σε χρήμα (συντάξεις και επιδόματα) και σε υπηρεσίες ή αγαθά, όλα όσα απαρτίζουν το «κοινωνικό κράτος» είναι πολύ σημαντικά.

ΔΕΘ: Επτά χρόνια κούφιων υποσχέσεων – Οι στατιστικές διαψεύδουν το «όραμα» ΜητσοτάκηΟ σχετικός παρατιθέμενος πίνακας για τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό δείχνει την πρόοδο ή μάλλον την έλλειψη προόδου, αν όχι και την οπισθοδρόμηση κατά περίπτωση, που έχει συντελεστεί μετά το 2019 και μέχρι το 2025.

  • Στον συνθετικό δείκτη «Κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού» υπάρχει οριακή οπισθοδρόμηση, με το σχετικό ποσοστό στο 27,4% το 2020 και στο 27,5% το 2025. Στην κατηγορία «Κίνδυνος εισοδηματικής φτώχειας» υπάρχει επιδείνωση, από 17,7% σε 19,6%. Στην «Υλική και κοινωνική στέρηση» υπάρχει στασιμότητα στο 14,9%.
  • Βελτίωση παρατηρείται μόνο στην κατηγορία «Πολύ χαμηλή ένταση εργασίας» (νοικοκυριά με λίγους εργαζόμενους). Αυτό όμως καταλήγει στο συμπέρασμα ότι παρά το ότι εργάζονται πλέον περισσότεροι, δεν βελτιώνεται ή και επιδεινώνεται το επίπεδο κοινωνικής προστασίας των αδύναμων.

Η υλική στέρηση είναι πιο αποκαλυπτική από τη σχετική φτώχεια. Το σχετικό ποσοστό φτώχειας μετακινείται μαζί με το διάμεσο εισόδημα. Γι’ αυτό είναι πιο αποκαλυπτικό ότι η σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, όπου δεν ισχύει το ίδιο, αυξάνεται ξανά τα τελευταία χρόνια, από 13,5% το 2023 σε 14,9% το 2025.

Ακόμη ένα δεδομένο είναι εξόχως αποκαλυπτικό: Χωρίς καθόλου κοινωνικές μεταβιβάσεις, το 2025 ο κίνδυνος φτώχειας θα ήταν 43,9%. Με τις συντάξεις αλλά χωρίς τα λοιπά κοινωνικά επιδόματα πέφτει στο 23,2%. Αυτό ανταποκρίνεται στην κοινή εμπειρία ότι η σύνταξη του παππού και της γιαγιάς στηρίζει μεγάλο ποσοστό νοικοκυριών. Με όλες τις μεταβιβάσεις πέφτει στο 19,6%.

Επομένως, οι συντάξεις αφαιρούν 20,7 ποσοστιαίες μονάδες από τον κίνδυνο φτώχειας πριν από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, ενώ όλες οι άλλες παροχές μόλις 3,6 μονάδες!

7. Μισθοί

Στην Ελλάδα ο μέσος ετήσιος μισθός ήταν το 2024 (όπου είναι πλήρως διαθέσιμη η πλήρως συγκρίσιμη σειρά δεδομένων της Eurostat) 18.000 ευρώ, έναντι 39.800 ευρώ του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Δηλαδή ο ελληνικός μέσος ετήσιος μισθός είναι μόλις περίπου 45% του μέσου της Ε.Ε. Ετσι, η Ελλάδα είχε τον δεύτερο χαμηλότερο μέσο ετήσιο μισθό στην Ε.Ε., πάνω μόνο από τη Βουλγαρία.

Οι πολύ χαμηλοί μισθοί σε ευρώ σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έχουν επίσης πολύ χαμηλότερη αγοραστική δύναμη: σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης ήταν την ίδια χρονιά 20% χαμηλότερα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ο μέσος μηνιαίος μικτός μισθός πλήρους απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα πήγε περίπου από τα 1.248 ευρώ το 2020 στα 1.475 ευρώ το 2025, αυξήθηκε ονομαστικά κατά 18,2%.

Αλλά ο γενικός πληθωρισμός στο ίδιο διάστημα ήταν μεγαλύτερος. Με τον επίσημο ΔΤΚ η πραγματική απώλεια είναι μικρή, περίπου -2%. Με βάση έναν Δείκτη Κόστους Βασικών Αναγκών του λαϊκού νοικοκυριού, όμως, οι απώλειες ανεβαίνουν στο 6%. Τα δεδομένα στα θέματα κοινωνικού κράτους-μισθού, αλλά και ο «βραχνάς» του ιδιωτικού χρέους και ο ειδικός «επιταχυντής φτώχειας» του κόστους στέγασης για τα νοικοκυριά που ζουν στο νοίκι ή αποπληρώνουν στεγαστικό δάνειο, εξηγούν γιατί ένα 60% και πλέον των νοικοκυριών δηλώνει ότι «με δυσκολία τα βγάζει πέρα» και επίσης γιατί σε όλες τις δημοσκοπήσεις η ακρίβεια αναδεικνύεται μακράν πρώτη ως κοινωνικό πρόβλημα.

Διονύσιος Βούτος
Δημοσιογράφος
45 χρόνια στην δημοσιογραφία. Δημοσιογράφος ΕΡΤ
Back To Top