skip to Main Content
ΦΛΩΡΑΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ 1200 400

Από τον ΟΗΕ στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα.

Το Διεθνές Δίκαιο, οι μεγάλες δυνάμεις και η στρατηγική πρόκληση για την Ελλάδα.

Η 81η Γενική Συνέλευση ολοκληρώθηκε χωρίς μεγάλες λύσεις στα μεγάλα μέτωπα. Άφησε όμως ένα πολύ πιο κρίσιμο ερώτημα: μπορούν οι διεθνείς κανόνες να εξακολουθήσουν να περιορίζουν την ισχύ ή ο κόσμος επιστρέφει σταδιακά σε μια εποχή όπου το δίκαιο εφαρμόζεται διαφορετικά ανάλογα με το ποιος έχει τη δύναμη; Και μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, τι θέλει η Ελλάδα να υπερασπιστεί και τι θέλει να διαμορφώσει;

Η 81η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ολοκληρώθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου. Στη Γενική Συζήτηση μίλησαν 194 αντιπροσωπείες, μεταξύ των οποίων 113 αρχηγοί κράτους και κυβέρνησης. Η λέξη που κυριάρχησε στις παρεμβάσεις ήταν μία: ειρήνη.

Πίσω όμως από αυτή τη λέξη βρισκόταν ένας κόσμος κάθε άλλο παρά ειρηνικός.

Γάζα, Ουκρανία, Ιράν, Σουδάν, Μιανμάρ, ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, ενεργειακές κρίσεις, τεχνητή νοημοσύνη, ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων και, πάνω απ’ όλα, μια ολοένα μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στις αρχές που διακηρύσσονται και στην ικανότητα εφαρμογής τους.

Γι’ αυτό η φετινή Γενική Συνέλευση δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο ως ένας ακόμη διπλωματικός κύκλος.

Ήταν ένα στιγμιότυπο της μετάβασης προς μια διαφορετική διεθνή τάξη.

Και το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτή η νέα τάξη θα εξακολουθήσει να στηρίζεται σε κοινούς κανόνες ή εάν η ισχύς θα αποκτά όλο και μεγαλύτερο βάρος απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο.

 

Ο Γκουτέρες και η κρίση αξιοπιστίας του ΟΗΕ

Ο Αντόνιο Γκουτέρες, στην τελευταία του Γενική Συνέλευση ως Γενικός Γραμματέας, μίλησε για έναν κόσμο στον οποίο οι «ρωγμές» έχουν γίνει «φαράγγια».

Το πρόβλημα του ΟΗΕ όμως δεν είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες.

Κανόνες υπάρχουν.

Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, διεθνείς συνθήκες, αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, UNCLOS.

Το πρόβλημα είναι η εφαρμογή.

Ο ΟΗΕ δεν είναι παγκόσμια κυβέρνηση. Δεν μπορεί να επιβάλει αυτόματα τις αποφάσεις του σε κάθε κράτος. Η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από τη βούληση των κρατών-μελών και, στα ζητήματα ειρήνης και ασφάλειας, από τη λειτουργία του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Ο ίδιος ο Πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης, κλείνοντας τη φετινή συζήτηση, έθεσε ως βασική προϋπόθεση αποκατάστασης της εμπιστοσύνης τη συνέπεια λόγων και πράξεων, την ίση εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, τη λογοδοσία και —κυρίως— τα αποτελέσματα.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της φετινής Νέας Υόρκης:

η κρίση του ΟΗΕ είναι πλέον κρίση αξιοπιστίας.

 

Τραμπ και Ιράν: πού τελειώνει η ρητορική και πού αρχίζει το Διεθνές Δίκαιο;

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της Συνέλευσης ήταν η αναφορά του Ντόναλντ Τραμπ στο Ιράν.

Ο Αμερικανός πρόεδρος έθεσε δημόσια το δίλημμα εάν θα υπάρξει συμφωνία με την Τεχεράνη ή εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα οδηγήσουν την Ισλαμική Δημοκρατία σε ολοκληρωτική καταστροφή.

Η συγκεκριμένη διατύπωση έχει σημασία πέρα από την πολιτική της διάσταση.

Το άρθρο 2(4) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών απαγορεύει την απειλή ή τη χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας κράτους.

Αυτό δε σημαίνει ότι κάθε σκληρή πολιτική δήλωση μπορεί αυτομάτως να χαρακτηριστεί ως τελεσίδικα παράνομη πράξη. Η νομική αξιολόγηση μιας συγκεκριμένης απειλής εξαρτάται από το πλαίσιο, την πρόθεση, τον σκοπό και το εάν υπάρχει αναγνωρισμένη νομική βάση, όπως η αυτοάμυνα ή εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Το ζήτημα όμως παραμένει.

Όταν η ολοκληρωτική καταστροφή ενός κράτους εμφανίζεται ως επιλογή σε μια διαπραγμάτευση, το όριο ανάμεσα στη διπλωματία και στην επιβολή γίνεται εξαιρετικά λεπτό.

Και τότε το ερώτημα δεν αφορά μόνο το Ιράν.

Αφορά το προηγούμενο που δημιουργείται για το διεθνές σύστημα.

Και η στάση του Γκουτέρες;

Δεν εντοπίστηκε δημόσια συγκεκριμένη προσωπική δήλωση του Γενικού Γραμματέα που να καταδικάζει ονομαστικά τη συγκεκριμένη φράση του Τραμπ.

Αυτό φυσικά δεν μπορεί να σημαίνει ότι ο Γενικός Γραμματέας εγκατέλειψε τις αρχές του Χάρτη. Ο Γκουτέρες είχε επανειλημμένα καλέσει σε αποκλιμάκωση, διαπραγμάτευση και σεβασμό του διεθνούς δικαίου στην κρίση ΗΠΑ–Ιράν.

Αναδεικνύεται όμως ένα βαθύτερο θεσμικό δίλημμα.

Ο Γενικός Γραμματέας πρέπει να υπερασπίζεται τον Χάρτη, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να διατηρεί ανοικτούς διαύλους με τις μεγάλες δυνάμεις.

Εάν συγκρουστεί ευθέως με μία υπερδύναμη, μπορεί να περιορίσει τον ρόλο του ως διαμεσολαβητή.

Εάν όμως αποφεύγει συστηματικά να αντιδρά απέναντι στους ισχυρούς, ο ΟΗΕ κινδυνεύει να δώσει την εικόνα ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν εφαρμόζεται με το ίδιο μέτρο για όλους.

Και αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση:

ο ΟΗΕ χρειάζεται τη συνεργασία των ισχυρών για να λειτουργήσει, αλλά η αξιοπιστία του δοκιμάζεται ακριβώς όταν πρέπει να περιορίσει την ισχύ τους.

Τουρκία και Κύπρος: το ίδιο πρόβλημα σε διαφορετική μορφή

Το ίδιο ζήτημα εμφανίζεται και στην Ανατολική Μεσόγειο, με επίκεντρο την Κύπρο.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στην ομιλία του, επικαλέστηκε το Διεθνές Δίκαιο, την κυριαρχία και την «ισότιμη διεθνή κατάσταση» των Τουρκοκυπρίων, επαναλαμβάνοντας τη γνωστή τουρκική θέση για το Κυπριακό.

Υπάρχει όμως ένα σαφές θεσμικό δεδομένο: ο ΟΗΕ έχει ήδη τοποθετηθεί με συγκεκριμένα ψηφίσματα.

Τα ψηφίσματα 541 και 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν αναγνωρίζουν τη μονομερή ανακήρυξη του βόρειου τμήματος της Κύπρου ως ανεξάρτητου κράτους και καλούν τα κράτη να μην την αναγνωρίσουν.

Παράλληλα, το 2026, με το ψήφισμα 2815, το Συμβούλιο Ασφαλείας παρέτεινε την αποστολή της UNFICYP στην Κύπρο και επανέλαβε τη στήριξή του στην προσπάθεια για μια συνολική και διαρκή λύση του Κυπριακού.

Με άλλα λόγια, η διαφορά ανάμεσα στις τουρκικές θέσεις και στο θεσμικό πλαίσιο του ΟΗΕ δεν χρειάζεται να περιγραφεί με πολιτικούς χαρακτηρισμούς.

Αποτυπώνεται ήδη στα ίδια τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών.

Η Κύπρος ως «λυδία λίθος» της αξιοπιστίας του ΟΗΕ

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε την Κύπρο «λυδία λίθο» της αξιοπιστίας των Ηνωμένων Εθνών.

Στην ομιλία του αναφέρθηκε στα 52 χρόνια από την τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή μέρους της Κύπρου και υποστήριξε την επανένωση της Κύπρου σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Η ελληνική θέση είναι επομένως σαφής.

Το δυσκολότερο ερώτημα είναι άλλο:

Πώς μετατρέπεται αυτή η θέση σε αποτελεσματική διεθνή πρωτοβουλία;

Μετά από 52 χρόνια, το πρόβλημα δεν είναι ότι η διεθνής κοινότητα δεν γνωρίζει το Κυπριακό.

Τα ψηφίσματα υπάρχουν.

Οι θέσεις είναι γνωστές.

Το ζήτημα είναι πώς δημιουργείται η πολιτική διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει σε αποτέλεσμα.

Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει την Κύπρο πραγματικό τεστ αξιοπιστίας του ΟΗΕ. 

Ουκρανία, Γάζα, Ιράν: τρεις διαφορετικές κρίσεις, ένα κοινό πρόβλημα

Η Ουκρανία αποτελεί δοκιμασία για την απαγόρευση χρήσης βίας και την εδαφική ακεραιότητα.

Η Γάζα αποτελεί δοκιμασία για την προστασία των αμάχων, το ανθρωπιστικό δίκαιο και την ικανότητα της διεθνούς κοινότητας να δημιουργήσει βιώσιμη πολιτική λύση.

Το Ιράν αποτελεί δοκιμασία για τη σχέση μεταξύ στρατιωτικής ισχύος, διπλωματίας και διεθνούς νομιμότητας.

Στη Νέα Υόρκη υπήρξαν επαφές και διπλωματικές προσπάθειες, αλλά όχι οι μεγάλες λύσεις.

Στην Ουκρανία συζητήθηκαν περιορισμένες μορφές κατάπαυσης του πυρός, μεταξύ άλλων για ενεργειακές και επισιτιστικές υποδομές, χωρίς συνολική πολιτική συμφωνία. Στο Ιράν υπήρξαν έμμεσες διαπραγματεύσεις, μεταξύ άλλων για το Στενό του Ορμούζ, αλλά επίσης χωρίς αποφασιστική συμφωνία.

Στη Γάζα η πολιτική πόλωση παρέμεινε έντονη.

Το συμπέρασμα δεν είναι ότι η διπλωματία απέτυχε.

Είναι ότι η διπλωματία εξακολουθεί να είναι απαραίτητη, αλλά η απόσταση από τη διαπραγμάτευση μέχρι την εφαρμογή μιας συμφωνίας παραμένει τεράστια.

Οι θάλασσες έγιναν πλέον μέρος της παγκόσμιας ασφάλειας

Η κρίση του Ιράν έχει ιδιαίτερη σημασία και για την Ελλάδα.

Το Στενό του Ορμούζ, η Ερυθρά Θάλασσα και οι θαλάσσιες αρτηρίες που συνδέουν την Ασία με την Ευρώπη δεν είναι πλέον απλώς εμπορικές διαδρομές.

Είναι κρίσιμες υποδομές της παγκόσμιας οικονομίας.

Επιθέσεις κατά της ναυτιλίας μπορούν να επηρεάσουν την εφοδιαστική αλυσίδα, την ενέργεια και την επισιτιστική ασφάλεια.

Γι’ αυτό η ελληνική έμφαση στη θαλάσσια ασφάλεια αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Ο Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, στη Νέα Υόρκη, συμμετείχε στην έναρξη της «Group of Friends on Safety and Security of Shipping and Seafarers», επισημαίνοντας ακριβώς ότι οι επιθέσεις κατά της διεθνούς ναυτιλίας απειλούν ανθρώπινες ζωές, την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

Η Ελλάδα, επομένως, έχει λόγο να αντιμετωπίζει τη θαλάσσια ασφάλεια όχι ως επιμέρους θέμα εξωτερικής πολιτικής αλλά ως τμήμα της εθνικής και ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Η Ελλάδα στον ΟΗΕ: ποια είναι τελικά η δική μας ατζέντα;

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο ερώτημα της φετινής ελληνικής παρουσίας.

Ο Πρωθυπουργός επανέλαβε τις ελληνικές θέσεις για το Διεθνές Δίκαιο, την UNCLOS, την Κύπρο, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τη θαλάσσια ασφάλεια, την ενεργειακή συνδεσιμότητα και τον ρόλο της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα ολοκληρώνει τη διετή θητεία της στο Συμβούλιο Ασφαλείας και από την 1η Οκτωβρίου αναλαμβάνει ξανά την Προεδρία του, για δεύτερη και τελευταία φορά στη θητεία της. Οι προτεραιότητες περιλαμβάνουν τη θαλάσσια ασφάλεια, την προστασία γυναικών και παιδιών στις ένοπλες συγκρούσεις, τις μεγάλες διεθνείς κρίσεις και τη διαδικασία επιλογής του επόμενου Γενικού Γραμματέα.

Άρα η ελληνική παρουσία έχει σαφές περιεχόμενο.

Αλλά αυτό δεν αρκεί.

Το πραγματικό ερώτημα είναι:

Ποια είναι η ελληνική πρωτοβουλία που αφήνουμε πίσω μας;

Ποια πρόταση;

Ποιος μηχανισμός;

Ποια διεθνής συνεργασία;

Ποια συμμαχία;

Ποιο θεσμικό αποτύπωμα θα υπάρχει όταν η Ελλάδα πάψει να είναι μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας;

Γιατί η διεθνής επιρροή δεν μετριέται μόνο από το πόσες φορές μίλησε μια χώρα.

Μετριέται από το τι κατάφερε να βάλει στην ατζέντα των άλλων.

Από την Κύπρο και την UNCLOS μέχρι το GSI και το GREGY

Εδώ υπάρχει μια μεγάλη ελληνική ευκαιρία.

Η Κύπρος, οι θαλάσσιες ζώνες, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας, η ενέργεια, η ναυτιλία, τα λιμάνια, τα υποθαλάσσια καλώδια και οι κρίσιμες υποδομές δεν είναι πλέον ξεχωριστά ζητήματα.

Αποτελούν τμήματα μιας ενιαίας γεωπολιτικής αλυσίδας.

Το GREGY, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Αιγύπτου, και ο Great Sea Interconnector, που συνδέεται με την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, εντάσσονται σε αυτή τη νέα λογική συνδεσιμότητας.

Το ίδιο ισχύει για τα λιμάνια και τα υποθαλάσσια καλώδια.

Στον σημερινό κόσμο μια ενεργειακή ή ψηφιακή υποδομή μπορεί να έχει την ίδια στρατηγική σημασία με μια στρατιωτική υποδομή.

Η Ελλάδα έχει επομένως τη δυνατότητα να παρουσιάσει την Ανατολική Μεσόγειο όχι μόνο ως χώρο αντιπαράθεσης, αλλά ως χώρο συνδεσιμότητας, ενέργειας, εμπορίου και ασφάλειας.

Αυτό όμως απαιτεί ενιαία στρατηγική.

Η Τουρκία δεν παρουσιάζει μόνο τις θέσεις της στο ελληνοτουρκικό ζήτημα

Η Τουρκία προσέρχεται στον διεθνή διάλογο με μια ευρύτερη αφήγηση για τη μεταρρύθμιση του διεθνούς συστήματος, την ανακατανομή ισχύος και τη θέση των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο διμερής.

Δεν αφορά μόνο την Αθήνα και την Άγκυρα.

Αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο, τη θαλάσσια ασφάλεια και το ίδιο το πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου.

Η ελληνική θέση έχει μεγαλύτερη βαρύτητα όταν συνοδεύεται από πρωτοβουλίες που μπορούν να αποκτήσουν ευρύτερη διεθνή υποστήριξη.

Με άλλα λόγια:

όχι μόνο να αντιδρούμε στην ατζέντα που θέτει ο άλλος, αλλά να διαμορφώνουμε τη δική μας.

Και τι γίνεται με την εικόνα των «άδειων εδράνων»;

Κατά τη διάρκεια της ελληνικής ομιλίας κυκλοφόρησαν εικόνες που έδειχναν σχετικά αραιή παρουσία στην αίθουσα.

Βέβαια, δεν υπάρχει επίσημος αριθμός του ΟΗΕ που να αποδεικνύει πόσοι εκπρόσωποι βρίσκονταν στην αίθουσα τη συγκεκριμένη στιγμή. Το πρόγραμμα της Γενικής Συνέλευσης είναι εξαιρετικά πυκνό και οι αντιπροσωπείες συμμετέχουν παράλληλα σε πολλές συναντήσεις.

Άρα η εικόνα από μόνη της δεν αποδεικνύει ούτε «απόρριψη» της Ελλάδας ούτε αποτυχία της ομιλίας.

Υπάρχει όμως ένα πιο ουσιαστικό ζήτημα.

Στον ΟΗΕ η πραγματική επιρροή δεν μετριέται από το πόσοι κάθονται στην αίθουσα.

Μετριέται από το:

ποιος υιοθετεί την πρόταση,
ποιος συμμετέχει στην πρωτοβουλία,
ποια συμμαχία δημιουργείται
και τι παραμένει στην ατζέντα μετά τη Συνέλευση.

Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να επιτευχθεί.

Η Ευρώπη, η Κίνα και ο κόσμος που αλλάζει

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να στηρίζει την πολυμέρεια, την Ουκρανία και τη λύση των δύο κρατών στη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, όμως, αντιμετωπίζει το δικό της στρατηγικό ερώτημα: πώς μετατρέπεται η μεγάλη οικονομική της ισχύς σε αντίστοιχη γεωπολιτική επιρροή.

Η Κίνα, από την άλλη, παραμένει ένας από τους βασικούς πόλους της διεθνούς τάξης.

Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να σχεδιάζεται μόνο στον άξονα Αθήνα–Άγκυρα.

Η χώρα βρίσκεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό τρίγωνο:

Ευρώπη – Ανατολική Μεσόγειος – Μέση Ανατολή, με τις εξελίξεις στον Ινδο-Ειρηνικό και την παγκόσμια οικονομία να επηρεάζουν άμεσα την περιοχή.

Η ελληνική γεωγραφία αποκτά έτσι μεγαλύτερη σημασία.

Αλλά μόνο εάν μετατραπεί σε στρατηγική.

Οι κρίσεις που δεν βρίσκονται πάντα στα πρωτοσέλιδα

Η Γενική Συνέλευση υπενθύμισε επίσης ότι ο κόσμος δεν βρίσκεται σε μία ή δύο κρίσεις.

Σουδάν, Μιανμάρ, Ροχίνγκια και άλλες συγκρούσεις παραμένουν ενεργές, με τεράστιο ανθρωπιστικό κόστος.

Το Σουδάν ειδικά εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις στον κόσμο.

Αυτές οι κρίσεις συνδέονται και με την Ευρώπη: μετανάστευση, τρόφιμα, ενέργεια, ασφάλεια και περιφερειακή σταθερότητα.

Το γεγονός ότι δεν βρίσκονται καθημερινά στην κορυφή της ειδησεογραφίας δεν σημαίνει ότι έχουν μικρότερη στρατηγική σημασία.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει στην ίδια συζήτηση με την ασφάλεια

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της φετινής Συνέλευσης ήταν η έκταση της συζήτησης για την τεχνητή νοημοσύνη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ, 128 αντιπροσωπείες αναφέρθηκαν στην AI, αριθμός μεγαλύτερος από εκείνον των αντιπροσωπειών που αναφέρθηκαν στην κλιματική αλλαγή ή στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η AI δεν είναι πλέον μόνο τεχνολογία.

Αφορά άμυνα, κυβερνοασφάλεια, πληροφορία, οικονομία, παραπληροφόρηση και λειτουργία των κρατών.

Η επόμενη μάχη για τους διεθνείς κανόνες δεν θα αφορά επομένως μόνο πυραύλους και σύνορα.

Θα αφορά και αλγορίθμους.

Ποιος τους ελέγχει;

Ποιος θέτει τους κανόνες;

Ποιος λογοδοτεί;

Και πώς μπορεί η διεθνής διακυβέρνηση να προλάβει μια τεχνολογική πραγματικότητα που εξελίσσεται ταχύτερα από τους θεσμούς;

Το πραγματικό κενό:  «και μετά τι;»

Ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο συμπέρασμα της φετινής Γενικής Συνέλευσης.

Δεν υπήρχε έλλειψη διακηρύξεων.

Υπήρχε έλλειψη απαντήσεων στο:

«Και μετά τι;»

Ποιος εφαρμόζει τις αποφάσεις;

Τι συμβαίνει όταν ένα κράτος αρνείται να συμμορφωθεί;

Πώς προστατεύονται οι άμαχοι όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας αδυνατεί να συμφωνήσει;

Πώς αντιμετωπίζεται η επιλεκτική εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου;

Πώς προστατεύονται τα υποθαλάσσια καλώδια και οι κρίσιμες υποδομές;

Πώς συνδέεται η ελευθερία της ναυσιπλοΐας με την ενεργειακή ασφάλεια;

Και κυρίως:

Πώς γίνεται ξανά το Διεθνές Δίκαιο αποτελεσματικό;

Οι απαντήσεις είναι δύσκολες, επειδή αγγίζουν τα συμφέροντα των ισχυρότερων κρατών, το δικαίωμα βέτο και την ίδια την αρχιτεκτονική της μεταπολεμικής τάξης.

Ο κίνδυνος του «might makes right»

Δεν βρισκόμαστε σε έναν κόσμο χωρίς κανόνες.

Υπάρχουν ακόμη συνθήκες, δικαστήρια, διεθνείς οργανισμοί, ειρηνευτικές αποστολές και μηχανισμοί διαμεσολάβησης.

Το πρόβλημα είναι διαφορετικό:

η άνιση αποτελεσματικότητα των κανόνων.

Όσο μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στη διακήρυξη και στην εφαρμογή, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η ισχύς να καθορίζει στην πράξη τα όρια του επιτρεπτού.

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Όχι εάν το Διεθνές Δίκαιο καταργήθηκε.

Αλλά εάν χάνει την ικανότητά του να περιορίζει τους ισχυρότερους. 

Ποιο μέλλον έχει ο ΟΗΕ;

Μπροστά στον ΟΗΕ υπάρχουν διαφορετικές πιθανές διαδρομές.

Μία είναι η ουσιαστική μεταρρύθμιση: μεγαλύτερη αντιπροσωπευτικότητα στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ισχυρότερη εκπροσώπηση της Αφρικής και αποτελεσματικότεροι μηχανισμοί.

Μία δεύτερη είναι η σταδιακή αποδυνάμωση, με τον ΟΗΕ να παραμένει απαραίτητος ως χώρος διαλόγου αλλά λιγότερο αποτελεσματικός στην επίλυση μεγάλων συγκρούσεων.

Και μία τρίτη είναι ένας περισσότερο κατακερματισμένος κόσμος, όπου οι κρίσεις αντιμετωπίζονται όλο και περισσότερο μέσω περιφερειακών συμμαχιών και συμφωνιών μεταξύ ισχυρών κρατών.

Η επιλογή του επόμενου Γενικού Γραμματέα θα αποτελέσει σημαντικό τεστ σε αυτή τη μεταβατική περίοδο.

Και εδώ η Ελλάδα βρίσκεται σε ενδιαφέρουσα θέση, καθώς αναλαμβάνει την Προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας την 1η Οκτωβρίου, σε μια περίοδο κατά την οποία η διαδικασία επιλογής του επόμενου Γενικού Γραμματέα βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο.

Το ελληνικό ζητούμενο: από την υπεράσπιση στη διαμόρφωση

Η Ελλάδα έχει μια σαφή βάση θέσεων:

Διεθνές Δίκαιο.
UNCLOS.
Κύπρος.
Θαλάσσια ασφάλεια.
Ελευθερία ναυσιπλοΐας.
Ενέργεια.
Ναυτιλία.
Συνδεσιμότητα.
Ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ανατολική Μεσόγειος.

Το επόμενο βήμα είναι να συνδεθούν όλα αυτά.

Η Κύπρος δεν είναι απομονωμένο ζήτημα.

Η θαλάσσια ασφάλεια δεν είναι μόνο στρατιωτικό ζήτημα.

Η ενέργεια δεν είναι μόνο οικονομία.

Τα λιμάνια δεν είναι μόνο εμπορικές υποδομές.

Τα υποθαλάσσια καλώδια δεν είναι μόνο τεχνικά έργα.

Η ναυτιλία δεν είναι μόνο ένας οικονομικός κλάδος.

Όλα αποτελούν τμήματα μιας ενιαίας γεωπολιτικής αλυσίδας.

Κύπρος – θαλάσσιες ζώνες – ναυσιπλοΐα – ενέργεια – καλώδια – λιμάνια – ναυτιλία – κρίσιμες υποδομές – ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Αυτό μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας συνεκτικής ελληνικής στρατηγικής για την Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα δε χρειάζεται να μιλά περισσότερο. Χρειάζεται να προτείνει περισσότερα.

Αυτό είναι ίσως το βασικό συμπέρασμα της φετινής Νέας Υόρκης.

Η Ελλάδα δεν στερείται θέσεων.

Στερείται —ή τουλάχιστον αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί— μιας ευρύτερης, μετρήσιμης πρωτοβουλίας που να συνδέει τις θέσεις αυτές σε ένα συγκεκριμένο στρατηγικό σχέδιο.

Μετά από δύο χρόνια στο Συμβούλιο Ασφαλείας, το ερώτημα είναι πλέον συγκεκριμένο:

Ποια ελληνική πρωτοβουλία αφήνουμε πίσω μας;

Ποια πρόταση;

Ποιος μηχανισμός;

Ποια συμμαχία;

Ποιο θεσμικό αποτύπωμα;

Γιατί η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το τι λέει μια χώρα όταν βρίσκεται στο βήμα.

Κρίνεται από το τι έχει καταφέρει να αλλάξει όταν κατέβει από αυτό.

Η Ελλάδα έχει ένα σημαντικό γεωγραφικό πλεονέκτημα.

Βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται η Ευρώπη, η Ανατολική Μεσόγειος, η Μέση Ανατολή και η Βόρεια Αφρική.

Διαθέτει ισχυρή ναυτιλία, λιμάνια, ενεργειακές και ψηφιακές διασυνδέσεις, ευρωπαϊκή και νατοϊκή ιδιότητα και πλέον θεσμική εμπειρία από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

Όμως η γεωγραφία από μόνη της δεν είναι ισχύς.

Η γεωγραφία γίνεται ισχύς όταν μετατρέπεται σε στρατηγική.

Και στρατηγική σημαίνει να γνωρίζεις όχι μόνο τι υπερασπίζεσαι, αλλά τι θέλεις να δημιουργήσεις. 

Το τελευταίο ερώτημα

Η 81η Γενική Συνέλευση δεν έλυσε τους μεγάλους πολέμους.

Δεν έλυσε το Κυπριακό.

Δεν έφερε συνολική ειρήνη στην Ουκρανία.

Δεν έλυσε την κρίση στη Μέση Ανατολή.

Δεν εξαφάνισε την αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν.

Δεν απάντησε οριστικά στο πρόβλημα της άνισης εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου.

Έκανε όμως κάτι σημαντικό.

Έδειξε καθαρά πού βρίσκεται σήμερα το πραγματικό πρόβλημα του διεθνούς συστήματος:

Δεν υπάρχει έλλειψη κανόνων. Υπάρχει έλλειψη κοινής βούλησης να εφαρμοστούν με συνέπεια.

Και αυτή είναι η μεγάλη μάχη που βρίσκεται μπροστά.

Για τον ΟΗΕ. Για την Ευρώπη. Για την Ελλάδα. Για την Κύπρο.

Για κάθε χώρα που δεν διαθέτει την ισχύ μιας υπερδύναμης.

Γιατί εάν το Διεθνές Δίκαιο λειτουργεί μόνο όταν το επιτρέπει ο ισχυρότερος, τότε σταδιακά παύει να αποτελεί κοινό κανόνα και μετατρέπεται σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Εάν όμως οι κανόνες μπορούν να εφαρμοστούν με συνέπεια, τότε ακόμη και μια μεσαία χώρα μπορεί να αποκτήσει επιρροή πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός της.

Και εδώ βρίσκεται η ελληνική πρόκληση.

Η Ελλάδα δε χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη γεωγραφία και στο Διεθνές Δίκαιο.

Μπορεί να μετατρέψει τη γεωγραφία της σε στρατηγικό πλεονέκτημα μέσα από το Διεθνές Δίκαιο.

Μετά από δύο χρόνια στο Συμβούλιο Ασφαλείας και με την Ελλάδα να αναλαμβάνει ξανά την Προεδρία του την 1η Οκτωβρίου, το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο:

Τι Ελλάδα υπερασπιζόμαστε;

Είναι:

Ποια Ελλάδα θέλουμε να διαμορφώσουμε και, ποια θέση θέλουμε να έχει στον κόσμο;

Γιατί η εξωτερική πολιτική δεν είναι μόνο η διαχείριση των κινδύνων που έρχονται.

Είναι και η προσπάθεια να διαμορφωθεί ο κόσμος στον οποίο θα ζήσουμε.

Διονύσιος Βούτος
Δημοσιογράφος
45 χρόνια στην δημοσιογραφία. Δημοσιογράφος ΕΡΤ
Back To Top