Μεταξύ δύο κακών, το λιγότερο κακό είναι το καλύτερο*
Μεταξύ δύο κακών, το λιγότερο κακό είναι το καλύτερο και αυτό ισχύει για την περίπτωση της αύξησης των επιτοκίων
από τις κεντρικές τράπεζες. Το ένα κακό είναι η ύφεση της οικονομίας και το άλλο κακό είναι ο πληθωρισμός.
ΤΟ ΜΈΓΑ ΔΊΛΗΜΜΑ, μπροστά στο οποίο βρίσκονται τόσο οι ΗΠΑ όσο και η ευρωζώνη, αλλά και όλες οι ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου, είναι κατά πόσο οι κεντρικές τους τράπεζες πρέπει να αυξήσουν τα επιτόκια και να περιορίσουν τη νομισματική χαλάρωση, προκειμένου να μειώσουν τον αυξανόμενο πληθωρισμό που έφθασε πάνω από 10%, έναντι του στόχου 2%. Η αύξηση των επιτοκίων, όμως, προκαλεί συρρίκνωση της οικονομίας και ύφεση, αύξηση της ανεργίας, πτώση των τιμών των μετοχών και κοινωνικές αναστατώσεις.
ΣΤΗ ΣΗΜΈΡΊΝΗ πραγματικότητα, ο πληθωρι- σμός αρχικά ξεκίνησε όταν άνοιξαν οι οικονο- μίες, μετά τα εμβόλια κατά της COVID. Τότε οι συσσωρευμένες αποταμιεύσεις, λόγω του εγκλει- σμού των ανθρώπων το 2020, μετατράπηκαν κυρίως σε καταναλωτική ζήτηση και δευτερευ- όντως σε επενδυτική, ενώ συνάντησαν μια υπο- τονική προσφορά, καθώς οι αλυσίδες εφοδια- σμού είτε είχαν χαλαρώσει είτε είχαν διαρραγεί, λόγω της παύσης πολλών οικονομικών δραστη- ριοτήτων στη διάρκεια της πανδημίας.
ΤΟΤΈ, τα πρώτα στάδια του πληθωρισμού θεωρήθηκαν από τις κεντρικές τράπεζες προσωρινά και δεν κρίθηκε αναγκαία η αύξηση των επιτοκίων, ώστε να περιοριστεί η ζήτηση. Η ζήτηση, βέβαια, ετροφοδοτείτο όχι μόνο από τις συσσωρευμένες αποταμιεύσεις, αλλά και από τη νομισματική χαλάρωση με μηδενικά επιτόκια
*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, κάτοχος της ευρωπαϊκής έδρας
«Jean Monnet», Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, π. υπουργός,
π. αντιπρύτανης ΕΚΠΑ
Ο πληθωρισμός αρχικά ξεκίνησε όταν άνοιξαν οι οικονομίες, μετά τα εμβόλια κατά της COVID. Τότε οι συσσωρευμένες αποταμιεύσεις, λόγω του εγκλεισμού
μετατράπηκαν κυρίως σε καταναλωτική ζήτηση και δευτερευόντως σε επενδυτική
κια και από τη δημοσιονομική γενναιοδω- ρία όλων των κρατών, προκειμένου να περι- οριστεί η οικονομική δυσπραγία την περίο- δο της πανδημίας. Οταν η ζήτηση άρχισε να ομαλοποιείται, η προσφορά συνέχισε να εί- ναι υποτονική όχι μόνο επειδή είχε χαλαρώ- σει λόγω της πανδημίας, αλλά και επειδή είχε αυξηθεί το κόστος ιδίως της ενέργειας εξαιτί- ας της προηγούμενης απότομης αύξησης της ζήτησης καυσίμων.
ΜΈΣΑ σε αυτή τη συγκυρία της αρχικής πλη- θωριστικής διαδικασίας στη διάρκεια του 2021, ξέσπασε η επίθεση της Ρωσίας εναντί- ον της Ουκρανίας τον Φεβρουάριο του 2022. Η επίθεση αυτή, που εξελίχθηκε σε μακρο- χρόνιο πόλεμο, είχε ψυχολογικές και πραγ- ματικές συνέπειες στο επίπεδο της οικονομί- ας σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι τιμές της ενέρ- γειας (φυσικό αέριο και πετρέλαιο) αυξήθη- καν πολύ περισσότερο και ταυτόχρονα αυ- ξήθηκαν και οι τιμές των βασικών αγροτικών προϊόντων (δημητριακά και ηλιέλαιο), καθώς περιορίστηκε η παραγωγή τους στις εμπόλε- μες χώρες, ενώ η ζήτησή τους συνέχισε να αυξάνει παγκοσμίως.
ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, το κόστος της ενέργειας αύξη- σε τις τιμές των λιπασμάτων και συνεπώς το κόστος παραγωγής της ήδη μειωμένης προ- σφοράς δημητριακών, με αποτέλεσμα την αύξηση της τιμής των ζυμαρικών και του ψω- μιού και βέβαια των ζωοτροφών. Το κόστος των ζωοτροφών αύξησε τις τιμές των κτη- νοτροφικών προϊόντων (τυριά, κρέατα) με αποτέλεσμα τη γενικευμένη αύξηση των τι- μών, διογκωμένων βέβαια και από την «ανα- πόφευκτη» κερδοσκοπία και τις πληθωριστι- κές προσδοκίες.
ΣΗΜΈΡΑ, συνεπώς, βρισκόμαστε μπροστά από αυτά που καταγράφονται,
σε ένα πληθωριστικό φαινόμενο που δεν εί- χε εμφανιστεί εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Οι νομισματικές Αρχές, δηλαδή οι κεντρικές τράπεζες, καλούνται να περιορίσουν αυτό το φαινόμενο με αύξηση των επιτοκίων. Επειδή, όμως, ο πληθωρισμός φαίνεται να οφείλεται κυρίως στη μειωμένη προσφορά και δευτε- ρευόντως στη ζήτηση, η αύξηση των επιτο- κίων πρέπει να είναι πολύ μεγάλη, προκειμέ- νου να περιορίσει δραστικά τη ζήτηση στα όρια της μειωμένης προσφοράς. Ομως, μια τέτοια αύξηση των επιτοκίων, όπως φαίνε- ται, οδηγεί σε ύφεση τις ανεπτυγμένες οικο- νομίες (ΗΠΑ, Ευρώπη κ.ά.) με όλες τις σχε- τικές συνέπειες.
ΣΗΜΈΊΩΝΈΤΑΊ, βεβαίως, ότι δεν είναι μόνο η αύξηση των επιτοκίων που οδηγεί σε ύφε- ση, αλλά και ο πληθωρισμός, καθώς περιο- ρίζει την αγοραστική δύναμη των μισθωτών και συνεπώς τη ζήτησή τους, ενώ ταυτόχρο- να αυξάνει το κόστος παραγωγής με αποτέ- λεσμα την παύση λειτουργίας των λιγότερο αποδοτικών επιχειρήσεων, όταν ο ανταγωνι- σμός είναι ενεργός και ισχυρός (βλ. π.χ. κλεί- σιμο επιχειρήσεων στη Γερμανία).
ΤΈΛΊΚΑ, οι περισσότερες ανεπτυγμένες χώ- ρες φαίνεται να «προτιμούν» την ύφεση πα- ρά τον πληθωρισμό (ιδίως οι ΗΠΑ) «ως μη χείρον» και συνεπώς οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν συνεχώς τα επιτόκιά τους με πλή- ρη επίγνωση των συνεπειών ότι η ύφεση εί- ναι αναπόφευκτη. Ευτυχώς, η χώρα μας φαί- νεται, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, ότι θα έχει μικρότερες απώλειες, για λόγους που έχουμε εξηγήσει σε προηγούμενα άρθρα μας στην εφημερίδα αυτή.
*(Δυοίν κακοίν προκειμένοιν, το μη χείρον βέλτιστον)

γράφει
ο ΝΑΠΟΛΈΩΝ ΜΑΡΑΒΈΓΙΑΣ
*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, κάτοχος της ευρωπαϊκής έδρας
«Jean Monnet», Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, π. υπουργός,




