Η πολιτική οικονομία της τουρκικής στροφής στη Δύση
γράφει ο Ναπολέων Μαραβέγιας
Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην υπουργός, πρώην αντιπρύτανης ΕΚΠΑ
Τον τελευταίο καιρό φαίνεται ότι η Τουρκία στρέφεται προς τη Δύση, ιδίως μετά τις εκλογές με νικητή και πάλι τον Πρόεδρο Ερντογάν, έπειτα από 20 χρόνια συνεχούς άσκησης της εξουσίας. Για τη στροφή αυτή υπάρχουν πολλοί προφανείς και λιγότερο προφανείς λόγοι, με πολιτικό -κυρίως όμως οικονομικό- περιεχόμενο. Ο Τούρκος Πρόεδρος θεωρεί ότι είναι ένας καλός παίκτης στη διεθνή πολιτική, οικονομική και γεωπολιτική σκακιέρα και συνεπώς προσπαθεί να επωφεληθεί από τη συγκυρία που δημιουργήθηκε μετά την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022.
Από την αρχή, η Τουρκία εμφανίστηκε ως μεσολαβητής στην κρίση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας που ακολούθησε τη ρωσική επίθεση και με τη συμμετοχή της, μεταξύ άλλων, στη συμφωνία της Μαύρης Θάλασσας για τα σιτηρά, που επέτρεψε τις εξαγωγές τροφίμων από την Ουκρανία και τη Ρωσία μέσω της Μαύρης Θάλασσας πέρυσι τον Ιούλιο. Η συμφωνία αυτή κινδυνεύει σήμερα να καταργηθεί λόγω ρωσικών ενστάσεων, με αποτέλεσμα να υποφέρουν οι φτωχές χώρες του τρίτου κόσμου που εισάγουν σιτηρά. Ταυτόχρονα, από την παρεπόμενη αύξηση των τιμών των τροφίμων θα υποστεί συνέπειες όλος ο κόσμος και προφανώς η χώρα μας. Είναι μάλλον βέβαιο ότι για τη συνέχιση της συμφωνίας αυτής ο μεσολαβητικός ρόλος της Τουρκίας μπορεί να είναι σημαντικός, με προφανή γεωπολιτικά οφέλη για την ίδια.
Ωστόσο, η μεγάλη ευκαιρία για την Τουρκία ήρθε με την επιδίωξη των σκανδιναβικών χωρών, Φινλανδίας και Σουηδίας, να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, λόγω της ανησυχίας για την ασφάλειά τους μετά τη ρωσική επίθεση στην Ουκρανία. Οι ενστάσεις της Τουρκίας για την ένταξη ειδικά της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ (επειδή θεωρεί πως η χώρα αυτή ενισχύει την τρομοκρατία), απέναντι στην επιθυμία της Δύσης να ενισχύσει το ΝΑΤΟ, προσφέρουν τη δυνατότητα στον Τούρκο Πρόεδρο να αντλήσει πολλαπλά πολιτικά και κυρίως οικονομικά οφέλη από τη δυτική συμμαχία.
Καθώς η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε κρίση τα τελευταία χρόνια (κυρίως λόγω της λανθασμένης πολιτικής επιτοκίων που επέβαλε ο ίδιος ο Πρόεδρος Ερντογάν), η οικονομική ενίσχυσή της από τη Δύση αποτελεί τον βασικό λόγο της θετικής στάσης που σήμερα δείχνει η Τουρκία στις διεθνείς συναντήσεις των δυτικών χωρών. Ο πληθωρισμός στη χώρα αυτή ξεπερνά το 40% επισήμως και η τουρκική λίρα έχει χάσει τεράστιο ποσοστό από την αξία της έναντι του ευρώ και του δολαρίου. Η αύξηση των επιτοκίων στο 15%, που επιτέλους επέτρεψε ο Πρόεδρος της Τουρκίας μετά τις εκλογές, δεν φαίνεται να ήταν αρκετή για να συγκρατήσει την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος.
Οι πληροφορίες οι οποίες αναφέρουν ότι ποσά της τάξης των 11-13 δισ. δολαρίων, με στόχο κυρίως την ανοικοδόμηση μετά τους μεγάλους σεισμούς, πρόκειται να χορηγήσει το ΔΝΤ στην Τουρκία ως «αντάλλαγμα» για την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ μπορεί να είναι ακριβείς. Παράλληλα, μετά τη στροφή στη Δύση αναμένεται αύξηση των επενδύσεων των δυτικών χωρών στην Τουρκία. Η πρόθεση των ΗΠΑ να επιτρέψουν την πώληση των αεροπλάνων F-16, υπό όρους βέβαια, βρίσκεται επίσης στην ίδια γραμμή ανταλλαγμάτων της Τουρκίας, προκειμένου να συμφωνήσει για την ένταξη της Σουηδίας στη δυτική συμμαχία. Πέρα βέβαια από την προσέγγιση της Τουρκίας στη Δύση, η πρόσφατη επίσκεψη του Τούρκου Προέδρου στις χώρες του Κόλπου επιδιώκει να αυξήσει την ήδη πολύ σημαντική συμβολή των αραβικών κεφαλαίων που εισρέουν στη χώρα του για να καλύψουν το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ενώ η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας έχει «αδειάσει» από συναλλαγματικά διαθέσιμα για να στηρίξει την τουρκική λίρα.
Επιπλέον, η αναπάντεχη δήλωση του Τούρκου Προέδρου προς τη δυτική συμμαχία για διευκόλυνση της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση μετά από πολλά χρόνια σχετικής αδιαφορίας για την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας του, ανεξαρτήτως ουσιαστικού αποτελέσματος, δείχνει τη διάθεση της Τουρκίας να προσεγγίσει τη Δύση. Η προσέγγιση αυτή είναι θετική όχι μόνο γιατί η Τουρκία έχει μια κρίσιμης σημασίας θέση στη δυτική συμμαχία, αλλά και γιατί με τον τρόπο αυτόν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξομαλύνονται, καθώς οποιαδήποτε τουρκική προσέγγιση προς τη Δύση περνά σε μεγάλο βαθμό από τις καλές σχέσεις της με την Ελλάδα.
Το μέγα ερώτημα είναι κατά πόσο η στροφή της Τουρκίας στη Δύση είναι μόνιμη ή προσωρινή. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αβέβαιη.





