skip to Main Content
L 13482 (Copy)

Η αρπαγή έξι αρχαίων αγαλμάτων από την Κεφαλονιά

Η αρπαγή έξι αρχαίων αγαλμάτων από την Κεφαλονιά - Media

 

koutoufas panagis logo_0
 25.1.2016 / ΠΑΝΑΓΗΣ Δ. ΚΟΥΤΟΥΦAΣ

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1900 στις 21-01-2016
Την ιστορία των έξι αρχαίων αγαλμάτων που βρέθηκαν πριν από τριάντα πέντε (35) χρόνια στον βυθό της θάλασσας, 300 μέτρα από την πανέμορφη παραλία Ξι, στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς, και των οποίων την τύχη μετά την ανάσυρση κάλυπτε ένα πέπλο μυστηρίου, αναδεικνύει σήμερα «Το Ποντίκι», φέρνοντας στην επιφάνεια την περιπέτεια αυτών των αγαλμάτων που, αφού έγιναν λεία λαθρανασκαφέων και αρχαιοκαπήλων, γλίτωσαν και παρελήφθησαν από κρατικές υπηρεσίες, οι οποίες και τα εξαφάνισαν για περισσότερο από 30 χρόνια…
Ταυτόχρονα, έρχεται στην επιφάνεια και το κοινό αίσθημα και αίτημα των κατοίκων της περιοχής του Ληξουριού, οι οποίοι τριάντα πέντε χρόνια τώρα περιμένουν ότι τα αγάλματα αυτά θα γυρίσουν στην πατρίδα του μεγάλου Έλληνα αρχαιολόγου Σπύρου Μαρινάτου, τιμώντας έτσι τη μνήμη του και τη μεγάλη προσφορά του.
Η περιπέτεια 
Είναι μια ιστορία που δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι τα ’χει όλα. Πάει πίσω στους ελληνιστικούς χρόνους (323 – 30 π.Χ.), αφού κάπου εκεί χρονολογούνται από τους αρχαιολόγους. Κατά πάσα πιθανότητα, όπως αναφέρεται στην επίσημη ιστοσελίδα του υπουργείου Πολιτισμού, τα αγάλματα αποτέλεσαν «αντικείμενο λεηλασίας από ελληνικό ναό και φορτώθηκαν σε ρωμαϊκό πλοίο που κατευθυνόταν προς την Ιταλία αλλά ναυάγησε» κάπου κοντά στην Κεφαλονιά.
Έμειναν εκεί, χωρίς να ξέρουμε σήμερα πού ακριβώς βρισκόταν αυτό το ναυάγιο και για πόσες χιλιετίες, μέχρι που κάποιοι σύγχρονοι αρχαιοκάπηλοι μπόρεσαν να τα ανελκύσουν. Μόνο που η κακή τύχη τα ’φερε έτσι και τα αγάλματα αυτά, σύμφωνα με την Κατερίνα Δελλαπόρτα (προϊσταμένη της Εφορίας Εναλίων Αρχαιοτήτων 1998-2006), βρέθηκαν στον βυθό της θάλασσας στο Ξι, όπως «ορισμένα ενάλια ευρήματα, …έχουν βρεθεί στον βυθό δεμένα με σκοινί, εικόνα που υποδεικνύει τη μεταφορά τους κάτω από τα ύφαλα κάποιου πλοίου» («Το Βήμα», Απρίλιος 2004), τονίζοντας συγκεκριμένα: «όπως συνέβη με την ομάδα ρωμαϊκών αγαλμάτων στη ακρωτήρι Ξι της Κεφαλονιάς».
Φθάνοντας στο καλοκαίρι του 1980, κάποιοι ανύποπτοι παραθεριστές που κολυμπούσαν σε μια απόσταση 300 μέτρων από την παραλία του Ξι είδαν έκπληκτοι αυτά τα αγάλματα, γεγονός που κινητοποίησε τις αρμόδιες αρχές και την Εφορία Εναλίων Αρχαιοτήτων, η οποία ανέσυρε τα ευρήματα: τρεις μαρμάρινες βάσεις κιόνων, δύο μαρμάρινα κιονόκρανα, καθώς και έξι μαρμάρινα αγάλματα, με στόχο να συντηρηθούν.
Ήταν μια ατυχής στιγμή στην πολύχρονη ιστορία των αγαλμάτων γιατί συνάντησαν το σύγχρονο ελληνικό κράτος. Από τη μια μεριά συνάντησαν τη χαρά και τον ενθουσιασμό των κατοίκων που επί εβδομάδες έσπευδαν στο Λιμεναρχείο στο Ληξούρι να θαυμάσουν τα ευρήματα αλλά από την άλλη αντιμετώπισαν την αδιαφορία του κράτους και μαζί το τέρας της γραφειοκρατίας.
Τα παρέλαβαν οι αρμόδιοι με την υπόσχεση προς τους κατοίκους και τη δημοτική αρχή της πόλης ότι τα αγάλματα θα γυρίσουν στον τόπο που βρέθηκαν για να εκτεθούν σε μόνιμη βάση, σε ένα μουσείο που από εκείνη την εποχή ήταν στα σκαριά.
Θα μπορούσε μάλιστα κάποιος να πει ότι αυτή η ελπίδα ότι τα αγάλματα θα γυρίσουν στον τόπο που βρέθηκαν, ήταν και η κινητήριος δύναμη για να κατασκευαστεί τελικά (ολοκληρώθηκε πριν από λίγα χρόνια) το μουσείο της πόλης. Και ήταν μια υπόσχεση που έδωσαν οι τότε αρμόδιοι ξέροντας ότι το Ληξούρι καθώς και η ευρύτερη περιοχή είναι ο τόπος που γεννήθηκε, μεγάλωσε και εργάστηκε για ένα μικρό διάστημα ο μεγάλος Έλληνας αρχαιολόγος Σπύρος Μαρινάτος και έτσι θα τιμούσαν τη μνήμη του.
Η εξαφάνιση
Ήταν λοιπόν η στιγμή που άρχιζε η σύγχρονη περιπέτειά τους, μια περιπέτεια που σημαδεύεται από την αδιαφορία της πολιτείας, από τον πολύχρονο εγκλεισμό τους σε αποθήκες του υπουργείου Πολιτισμού (είναι άγνωστο πότε ακριβώς καθαρίστηκαν και συντηρήθηκαν), από τη γραφειοκρατία του Δημοσίου, αλλά και από τις ρουσφετολογικές και πελατειακές αντιλήψεις και σχέσεις που τελικά κυριάρχησαν για να αποφασιστεί πού θα πάνε τα αγάλματα και πού θα εγκατασταθούν…
Μόνο που οι αντιλήψεις αυτές φαίνεται να έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο, αφού, αντί τα αγάλματα να επιστρέψουν στον τόπο που βρέθηκαν και στην πατρίδα που Σπύρου Μαρινάτου, βρέθηκαν – αρχικά με τη δικαιολογία της προσωρινής έκθεσης – στο Μουσείο Εναλίων Αρχαιοτήτων, στην Πύλο, δηλαδή στην ιδιαίτερη πατρίδα και εκλογική περιφέρεια του Αντώνη Σαμαρά!!!
Η επανεμφάνιση
Σύμφωνα λοιπόν με όσα αποκαλύπτονται στο ενδιαφέρον και έγκυρο περιοδικό «Κεφαλονίτικη Πρόοδος», που εκδίδει η δημοσιογράφος Αμαλία Αντ. Βουτσινά και το οποίο κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες, σε άρθρο το οποίο υπογράφει η Καλή Αλυσανδράτου και δημοσιεύεται στο τεύχος 17 Ιαν.-Μάρ. 2016, «…τα αγάλματα, που το φθινόπωρο του 1980 μεταφέρθηκαν στην Αθήνα προκειμένου να συντηρηθούν, κατέληξαν μετά τη συντήρησή τους, όχι βέβαια στον φυσικό τους χώρο στην Κεφαλονιά, αλλά… φυλασσόμενα σε εγκαταστάσεις του υπουργείου Πολιτισμού, μέχρι να “επανανελκυσθούν” το 2010, προκειμένου να αποτελέσουν τμήμα περιοδικής έκθεσης της Εφορίας Εναλίων Αρχαιοτήτων στο Φρούριο της Πύλου, βάσει εισήγησης της προϊσταμένης της Εφορίας Εναλίων Αρχαιοτήτων κ. Αγγελικής Σίμωσι, από το 2008».
Μάλιστα η αρθογράφος σημειώνει στο ίδιο άρθρο ότι «το 2010, ύστερα από ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου Μουσείων, εγκρίθηκε η ίδρυση του Εθνικού Μουσείου Εναλίων Αρχαιοτήτων στο Κτήριο Πασά στο Φρούριο Πύλου και έγινε μουσειολογική μελέτη των περιοδικών εκθέσεων που θα φιλοξενούνταν. Έτσι, πριν από αρκετά χρόνια μεταφέρθηκαν και τα ευρήματα του Ξι στο Μουσείο Καλαμάτας, όταν θέλησαν να πραγματοποιήσουν τα εγκαίνια της έκθεσης Εναλίων Αρχαιοτήτων και έκτοτε από τον Αύγουστο του 2012… κοσμούν τις βιτρίνες τού εκεί Μουσείου, αφού όπως φαίνεται παγιώθηκε η κατά τα άλλα “περιοδική έκθεση” και παραμονή τους στην Καλαμάτα.»
Δηλαδή μεταφραζόμενο, σύμφωνα με την νεοελληνική αντίληψη των πραγμάτων, τα αγάλματα αυτά έχασαν τον δρόμο τους για την Κεφαλονιά και το Ληξούρι, γιατί από 2009, όταν υπουργός Πολιτισμού σ’ αυτήν τη χώρα ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός, όλα φαίνεται να περιστρέφονταν γύρω από τη Μεσσηνία…την εκλογική του περιφέρεια.
Φαίνεται ότι δεν ήταν μόνο η στελέχωση του Μουσείου της Ακρόπολης με Μεσσήνιους, οι διορισμοί δηλαδή που έγιναν με ρουσφετολογικά κριτήρια, αλλά ήταν με την ίδια αντίληψη που οργανώθηκε η αποκοπή των 6 ρωμαϊκών αγαλμάτων από τον τόπο που βρέθηκαν (Κεφαλονιά) και η μεταφορά τους με τη δήθεν δικαιολογία ότι θα εκτεθούν προσωρινά στο Μουσείο Εναλίων Αρχαιοτήτων της Πύλου, στο πλαίσιο της έκθεσης «Ναυάγια», όπου υπάρχουν μέχρι και σήμερα, συμπληρώνοντας έτσι το καλοκαίρι τέσσερα χρόνια!!!
Προσωρινότητα αλλά… μόνιμη!
Έτσι πίσω από την πλάτη των κατοίκων της περιοχής στο Ληξούρι, οι οποίοι πολλές φορές σε δημόσιες συζητήσεις, είτε με τις τοπικές αρχές είτε με τις κρατικές αλλά και με τους εκπροσώπους τους στη Βουλή, έθεταν το θέμα αυτό και μάλιστα ταυτόχρονα με την εξέλιξη κατασκευής του νέου μουσείου, είχαν δρομολογηθεί διαφορετικά σχέδια.
Ο Α. Σαμαράς είχε άλλο σχεδιασμό από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα στο υπουργείο Πολιτισμού, το 2009. Δρομολόγησε – όπως φαίνεται – και δημιουργία και ενίσχυση του Μουσείου Εναλίων Αρχαιοτήτων στην Πύλο. Και φαίνεται ακόμη ότι αυτό ήταν ένα θέμα το οποίο παρακολουθούσε προσωπικά για καιρό, ακόμη και όταν ανέλαβε αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας και μετά πρωθυπουργός με υπουργό Πολιτισμού τον Τζαβάρα. Έτσι τον Αύγουστο του 2012 εγκαινίαζε με φωτογράφους, φλας, κάμερες, ζωντανές συνδέσεις και παράτες το Μουσείο στην Πύλο.
Επισήμως δεν γνωρίζουμε να υπήρξε κάποια αντίδραση εκείνη την περίοδο από τις κρατικές και τοπικές αρχές, πέρα από την αντίδραση του πρώην υφυπουργού και πρώην βουλευτή Κεφαλονιάς Πέτρου Αλιβιζάτου, ο οποίος πρέπει να σημειώσουμε ήταν και προσωπικός φίλος του Αντώνη Σαμαρά…
Φαίνεται ότι και αυτή η προσπάθεια του Αλιβιζάτου, η οποία εξελίχθηκε μετά τα εγκαίνια του μουσείου και της προσωρινής έκθεσης, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα και εκεί προφανώς διαπιστώθηκε ότι η προσωρινότητα ήταν πρόσχημα και για τις υπηρεσίες του υπουργείο Πολιτισμού και για τον Σαμαρά… Πάνω απ’ όλα έμπαιναν οι πελατειακές σχέσεις.
Στο άρθρο της στην «Κεφαλονίτικη Πρόοδο» η Καλή Αλυσανδράτου αναφέρεται αναλυτικά στην προσπάθεια του Πέτρου Αλιβιζάτου, επισημαίνοντας τα εξής: «Μια σημαντική παρέμβαση στα χρόνια αυτά που πέρασαν είχε τολμήσει με έγγραφά του ο π. υφυπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού Πέτρος Αλιβιζάτος. Αρχικά, στις 7.3.2012 και στη συνέχεια στις 23.10.2012, παρενέβη προς τις υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Πολιτισμού “για την απόδοση, μεταφορά και έκθεση στην Κεφαλονιά των έξι αγαλμάτων που είχαν ανελκυσθεί από το ρωμαϊκό ναυάγιο στο Ακρωτήριο Ξι της Παλικής”».
Τονίζει μάλιστα ότι «ακολουθώντας το πνεύμα της τοπικής ΛΕ’ Εφορίας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και των τοπικών αρχών, ο κ. Αλιβιζάτος ζητούσε “τη λήψη όλων των κατά νόμο προβλεπόμενων γνωμοδοτήσεων και αποφάσεων, προκειμένου ο ενάλιος αυτός θησαυρός της Κεφαλονιάς να ενωθεί με τα υπόλοιπα δείγματα ρωμαϊκής και ελληνιστικής γλυπτικής του Μουσείου Αργοστολίου το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2013 και να αποτελέσει μία κεντρομόλο δύναμη για όλες τις αρχαιότητες της νήσου που έχουν εκπατριστεί”».
«Η αρπαγή»
Και έκτοτε άκρα του τάφου σιωπή… H προσωρινότητα γίνεται μονιμότητα και επικρατούν οι πελατειακές σχέσεις και η ρουσφετολογική αντίληψη προς άγρα ψήφων και ενίσχυση των εκλογικών κομματικών δυνάμεων.
Τίθεται λοιπόν κατά κάποιον τρόπο επιτακτικά και πάλι το ζήτημα της επαναφοράς των έξι αγαλμάτων στον τόπο που βρέθηκαν και σώθηκαν από τα χέρια των αρχαιοκαπήλων. Μια επαναφορά που θα αποτελέσει μια δικαίωση και μια ενίσχυση της πόλης του Ληξουριού, η οποία έχει υποστεί σοβαρές συνέπειες από την εφαρμογή του «Καλλικράτη» και από τους σεισμούς 2014, και βεβαίως μια πράξη τιμής στη μνήμη του μεγάλου αρχαιολόγου Σπύρου Μαρινάτου.
Είναι μια ευκαιρία πάντως να τελειώσει και αυτή η περιπέτεια των έξι αγαλμάτων… μέσα στους αιώνες. Αφού γλίτωσαν από το ναυάγιο, από τους αρχαιοκάπηλους αλλά και από το ελληνικό πολιτικό σύστημα, είναι η ώρα να βρουν το λιμάνι τους… Διαφορετικά η «αρπαγή» τους θα αποτελέσει ένα μελανό σημείο… και θα εκθέσει κάθε είδους και επιπέδου αρμόδιο παράγοντα…
Διονύσιος Βούτος
Δημοσιογράφος
30 χρόνια στην δημοσιογραφία. Δημοσιογράφος ΕΡΤ
Back To Top