skip to Main Content
Pjimage (6)

Ευρυδίκη Λειβαδά: Μασκαρίες και Κούλουμα στην Κεφαλλονιά

Η σχέση του Διόνυσου με την Κεφαλλονιά χάνεται στα μυθικά χρόνια. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τη μουσική παράδοση, τη σάτιρα, τους χορούς, την ευθυμία, το γλεντοκόπι πίνοντας την μοναδική κεφαλλονίτικη ρομπόλα, τα ζωντανά έθιμα του καρναβαλιού.

Παλαιότερα, με κουδούνες, με προβατίσιες προσωπίδες, με δέρματα ζώων και κάθε λογής καρπούς, λαός κι αρχοντολόι, προσπαθούσαν να εξευμενίσουν τους θεούς της άνοιξης για να φέρουν καλή σοδειά. Αργότερα, οι καντρίλλιες, το γαϊτανάκι, οι γκιόστρες θύμιζαν τον ιπποτικό μεσαίωνα και τα βενετσιάνικα χρόνια. Νεώτερη θέση έχουν οι φουστανέλλες, οι μεγάλες άσπρες «σκάρτσες», τα χρυσοκέντητα «γελέκια» για να θυμίζουν τις βαθιές ελληνικές ρίζες και στο κεφάλι η «ορλάντα», μια χαρτονένια περικεφαλαία, ψηλή και εντυπωσιακή.
Σε όλες τις καρναβαλικές χρονικά διαβαθμίσεις κυρίαρχο ρόλο έπαιζε η ορχήστρα, ο λαϊκός κανταδόρος, τα παραδοσιακά όργανα: βιολί, κιθάρα, σκορτσάμπουνο, φλογέρα. Θέατρο, χοροί ελληνικοί με ποικίλα τσακίσματα, και αργότερα ευρωπαϊκοί, μαντολινάτες, καντάδες και πάνω απ’ όλα, κωμική διάθεση, πειράγματα κι ευθυμία. Ακόμα και μετά τον σεισμό του 1953 Λειβαθώς, Θηνιά, Παλική, Πύλαρος διοργάνωναν μασκερίες όπου κυριαρχούσαν οι χαρακτηριστικοί τύποι του καρναβαλιού: γιανιτσαραίοι, γύφτοι, ντοτόροι, δικαστές, διαόλοι, κουδουνάς, προβατάδες, τσάφοι, στολισμένοι με χίλια χρώματα, κουδούνες, μαγκούρες, καθρεφτάκια και μπιχλιμπίδια που τους έδιναν οι καλοκυράδες, προξενούσαν μεγάλο θόρυβο –για να διώχνεται το κακό. Φυσικά δεν έλειπαν οι σατιρικές ρίμνες, που τότε λέγονταν από γνωστούς ριμναδόρους, ενώ σήμερα απαγγέλλονται από τον παρουσιαστή κάθε μασκαράτας.
Το καρναβάλι στην Κεφαλλονιά χαρακτηρίζεται αστικό και λαϊκό. Η παλαιότατη ανοργάνωτη και αυθόρμητη μορφή έχει κατά κάποιο τρόπο εξαλειφθεί από τις ανάγκες για έγκαιρη διοργάνωση, χαρακτηριστικό του σημερινού τρόπου ζωής. Έχουν διασωθεί κάποια στοιχεία τα οποία επαναλαμβάνονται: είσοδος του βασιλιά-Καρνάβαλου, βραβεία σε μασκαράτες, βραδιές χορού μεταμφιεσμένων, στολές εντυπωσιακές, θεατρικά δρώμενα. Υπάρχουν κατάλοιπα της αυθόρμητης συμμετοχής. Κυρίως στα χωριά του Ληξουριού όπου πολιτιστικοί σύλλογοι και παρέες συμμετέχουν χωρίς ιδιαίτερες προετοιμασίες. Υλοποιούν συλλογικά αποφάσεις που συμβαδίζουν με την επικαιρότητα και παίρνονται ανάμεσα από κρασί και κοψίδι σε κάποια μάζωξη λαϊκή όπου όλοι πρωτοστατούν στο γλεντοκόπι.
Οι ενδυμασίες δεν χρειάζονται χρόνο και ραψίματα περίπλοκα. Το ίδιο και οι μπαρμπούτες, οι μάσκες. Φέρνει ο καθένας ό,τι τρυπωμένο έχει σε παλιές κασέλες και προκαλεί γέλιο. Κι όσο για το μακιγιάζ… επιστρατεύονται κάρβουνα, κιμωλίες, κι έντονα κραγιόν, παλιοκαιρισμένα. Βάφονται πρόσωπα, χέρια κι ό,τι άλλο αναγκαίο. Πολιτικές αλληγορίες, θέματα της σύγχρονης πραγματικότητας, θεαματικές παραστάσεις, εντυπωσιακές κι επιτυχημένες μιμήσεις, ομαδικές λαϊκές συμμετοχές, αλλά και μόνοι καρναβαλιστές, δρουν σαν γέφυρες του καρναβαλικού παρελθόντος τονίζοντας συνειδητά ή ασυνείδητα την ιστορική και δυναμική παρουσία του στο νησί μας. Η διάθεση πάντα σατιρική, με διονυσιακές κι αριστοφανικές αιχμές και αποτέλεσμα που χαροποιεί κατά κύριο λόγο τούς συμμετέχοντες, και κατά δεύτερο τους παρατηρητές.
Στο πολύχρωμο αυτό πανηγύρι σημαντική είναι κάθε χρονιά η συμμετοχή όλων των περιοχών της Κεφαλλονιάς. Ξαναζωντανεύει το «αιώνιο μίσος» μεταξύ Αργοστολιού και Ληξουριού, μεταξύ Βαρτσαμάτων και Φραγκάτων. Κάθε μέρος ξεχωριστά προσπαθεί να παρουσιάσει όσο το δυνατόν πιο πλούσια, πιο σπιρτόζικη καρναβαλική εικόνα που να προξενεί αβίαστο ξέσπασμα γέλιου.
Τα παλαιότερα χρόνια η Κυριακή της μασκαρίας «δενόταν» με τα Κούλουμα μέσω του αστυνομικού της μασκαρίας, του τσάφου. Αυτός έπιανε τους πιο πλούσιους θεατές πως τάχα «κάτι» έκαναν, τους πήγαινε στον Δικαστή κι αυτοί πλήρωναν για να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Με τα χρήματα πλήρωναν το φαγοπότι της Καθαρής Δευτέρας, που με τα σαρακοστιανά της «καθαρίζεται» ψυχή και σώμα από τις προηγούμενες κραιπάλες και «αποδιώχνονται» οι πειρασμούς.
Τον 20ο αι. τα Κούλουμα γιορτάζονταν στη Λάση, τότε που ήταν γεμάτη λιοστάσια, πλατώματα, ξέφραγα χωράφια. «Από πρωίας, διάφοροι όμιλοι διασκεδαστών μετέβαιναν με καλάθια πλήρη φαγητών και οίνου … παραμείναντες μέχριν εσπέρας… άλλοτε χόρευαν διάφορους χορούς υπό τον ήχον μουσικών οργάνων, άλλοτε τραγούδαγαν ωραία άσματα έστω και πανάρχαιας εποχής! Η οδός από Πατέρνας … ήταν πλήρης κόσμου ανερχομένου εις πολλάς χιλιάδας…».
«Στην Λάσση κόσμος μπόλικος την Καθαρή Δευτέρα
για να αναπνεύσει βρε Μαρή τον καθαρό αέρα» .
«Οι πατέρες και οι μητέρες μας, με ελληνική αφέλεια και σπαρτιατική λιτότητα, επί της χλόης καθήμενοι, γεύονταν το πρώτο της τεσσαρακοστής γεύμα, και εκ τούτου ‘τα Κούλουμα’, εκ των κουλουμίων τα οποία κουλουμιαζόμενοι οι διάφορες ομάδες των οικείων και συγγενών απετέλουν…» . Έκαναν και πάλι την παρουσία τους οι μασκαρίες, το κομφετί, οι σερπαντίνες, δεν έλειπαν οι κανταδόροι, οι μουσικοί, ο κεφαλλονίτικος μπάλος, ο διβαράτικος, ο καλαματιανός, η μαζούρκα, η πόλκα, λαντσιέρες και καντρίλιες, τα παραδοσιακά όργανα με κυρίαρχο τον Λυκούργο Τζάκη με το βιολί του, μορφή που συνδέθηκε με τα Κούλουμα στη Λάση και που στο πέρασμα των χρόνων χάθηκαν οριστικά κι οι δυο αντάμα.
Οι μέρες αυτές, που μόνη επιδίωξή τους είναι η σύντομη απόλαυση της ξεγνοιασιάς, δημιουργούν έναν κόσμο ζωντανό, γεμάτο χρώματα, ανάγκη για σάτιρα, γέλιο, πειράγματα, διασκέδαση, τον κόσμο της μασκαρίας στην Κεφαλλονιά που συνεχίζει να βακχιάζει με έναν όμως πιο σύγχρονο τρόπο.

Εφημερίδα ΤΟ ΠΑΡΟΝ, φ. 10.3.2019

Ε. Λειβαδά: Τη νύχτα του Φλεβάρη του 1998 που οι Ληξουριώτες έκλεψαν τον καρνάβαλο από τσου Αργοστολιώτες

Πριν το μεγάλο απαράτο του ληξουριώτικου καρναβαλιού οι συζητήσεις και τα κουτσομπολιά ποστιάζονταν στο μυαλό των ληξουριωτών που σύχναζαν στους καφενέδες. Και δέκα μέρες μπριτού τη μεγάλη περαντζάδα του καρνάβαλου, μιας παρέας από δαύτες σε ένα καφενέ τση πλατέας, τση μπήκε η ιδέα να κλέψει το ‘’σιόρ καρνάβαλο’’ τ΄ Αργοστολιού. Έδιναν και έπαιρναν οι ιδέες από τότε στην παρέα αυτή κι έτσι οι μέρες περνούσαν! Φιναλμέντε, σε ένα κουτούκι μέσα, αποφάσισαν να καταστρώσουν το τελειωτικό σκέδιο και να μοιράσουν τσου ρόλους.


Οι ανοματαίοι -οχτώ άντρες και δυο κοπέλες- με τρία αυτοκίνητα -μπλε, άσπρο, μπεζ-, σύμφωνα με το σκέδιο, το βράδυ -κατά τσι 2 και μισή-τση παραμονής τση μεγάλης παράτας, αμολάρισαν για τ΄ Αργοστόλι. Μαζί τους είχαν τα σύνεργα και μεταξύ αυτών ήταν και …λιόπανα! Έφτακαν στη μεγάλη πρωτεύουσα τση νήσου, κοντά στο τόλ πίσω από το ΚΤΕΛ, και ετοιμάστηκαν να αναλάβουν τσου ρόλους τσου. Αφουγκράστηκαν τσου ήχους και τσου περαστικούς κι αφού σιγουρεύτηκαν, ένα αντρόγυνο από δαύτους καλού-κακού, έστεκε μισαγκαλιασμένο παρακεί παριστάνοντας τσου αμορόζους για να γλέπουν μήπως και φανεί … κάνας οχτρός! Οι άλλοι ανοματαίοι μαζί με τον ‘κοντό’ και τον ‘ψηλό’, προσπαθούσαν να ανοίξουν την πόρτα του τολ, ανοίγοντας μια τρούπα τσι λαμαρίνες. Αφού ανοίχτηκε η τρούπα οι άλλοι πέταξαν τον ‘κοντό’ μέσα κι ακούστηκε ένα …μπαμ! Τούτο γένηκε γιατί έσκασε με την καρκάλα του πάνω σε… μπογιές! Ο … μπογιατισμένος ‘κοντός’, δε μπορούσε να ορθώσει τσι λέξεις καλά κι έτσι είπε : « ε…ε…ε…ε…δώ είναι! Δω…δω…δώστε μου το γκόφτη (=κόφτης)». Αφού λοιπόν πήρε το …γκόφτη ξεκίνησε το …έργο του! Περνούσε όμως η ώρα κι οι απέξω άρχισαν να ανησυχούν. Μετά από πολύ …κόπο και … κάτι η ταραχή του, κάτι οι μπογιές που του θόλωσαν τα μάτια, κάτι το σκοτάδι που ήτανε πυκνό κι ο ‘κοντός’ αντίς να κόψει την αλυσίδα έκοψε το …λουκέτο και μάλιστα χτυπώντας το σαγόνι του! 

Έτσι ανοίχτηκε η πόρτα του τολ και μπουκάρησαν όλοι μέσα. Την ώρα που είγδαν τον καρνάβαλο που κρατούσε ένα μπικερίνι στο χέρι και μπριτού προλάβει να τζου πει : « Καλώς τσου Ληξουριώτες. Πώς σας περίμενααααααα!», εφκείνοι άπλωσαν τα λιόπανα και τον κουκούλωσαν! Κι εφκειός … αφού του τάξανε πως θα ντονε γράψει η ιστορία, έκαμε τσίτο (= μόκο) κι αφέθηκε να γένει ο πρωταγωνιστής του …κάζου! Αφόντες τελείωσε το κουκούλωμα και το δέσιμο των λιόπανων ολόγυρά του -μήπως και μείνει ολοτσίτσιδος καθ΄ οδόν-, κοτσάρησαν την πλατφόρμα του καρνάβαλου στο πίκολο μπλε αυτοκίνητο κι αμολάρησαν για Ληξούρι, δια μέσω Κουτάβου! 

Κάποιος από εφκειούς τσου ανοματαίους, πήρε τελέφωνο την Αστενομία του Αργοστολιού και είπε στον αστενόμο τση βάρδιας : 

– Βωρέ, τι έχει να πάθει ο καρνάβαλός σας απόψεεεε! . 

Κιο, ο αστενόμος νόμισε πως ήτανε πλάκα και …τού ΄κλεισε το τελέφωνο. 

Ξεκίνησε λοιπόν η …μπομπή για το Ληξούρι!

Μετά το Δράπανο κι εκεί που ο δρόμος ήταν γιομάτος πεύκα, ο όγκος του καρνάβαλου έγγιαζε τσι άκριες των πεύκονε κι έπεφταν τα κουκουνάρια μέσα στην κασέλα του πίσω αυτοκίνητου. Εφκείνοι εφτού, οι δράστες του κάζου, ενομίζανε πως ξυπνήσανε οι Αργοστολιώτες και τσου πετάγανε … μαρόκες. Κοντά να φτάσουνε στα Φάρισα αντιληφθήκανε ξωπίσω τους τα φώτα ενός αυτοκινήτου. Αυτοί νόμισαν πως τσου καταλάβανε για δεύτερη φορά οι Αργοστολιώτες και εμπόδιζαν το διάβα του. Μόλις όμως τ΄ αυτοκίνητο έβαλε μπροστά τη σειρήνα -γιατί είχε από δαύτη- και είδανε και τσι πινακίδες του, κατάλαβαν πως πρόκειται για κάποιο έκτακτο περιστατικό, έκαμαν στην ..πάντα κι άφησαν το βιαστικό οδηγό να περάσει. 

Η διαδρομή κύλησε ευτυχώς ομαλά, παρόλο που τον καρνάβαλο τον έπαιρνε ο …ύπνος στο δρόμο κι έκανε … μπρός μυτιές! Τη μεγαλύτερη μυτησιά την έδωκε καθώς κατέβαιναν το Σκαβδολίτη κοντά στα πεύκα, στο μέρος που λέγεται πως βγαίνουν τα δαιμονικά! Τότε όλοι κατάλαβαν πως εφκειός ο Αργοστολιώτης Διόνυσος βρήκε τσου ομοϊδεάτες του και τσού ΄καμε΄… βαθύ χαιρετισμό! 

Περνώντας τη γέφυρα, κοντά στην πλάκα τση Ελένης -έτσι λέγεται το μέρος εκείνο του Λιβαδιού-, σταμάτησε αυτή η παράξενη κομπανία για να …ξαποστάσει. Πλεύρισαν στο στρατί, βγήκαν όλοι έξω από τα αυτοκίνητα, ασπάστηκαν χιαστί και σταυρωτά ο ένας τον άλλο κι ένας από δαύτους φίλησε τα Άγια Χώματα τση Παλλικής ευχαριστώντας το ντόπιο θεό για την προστασία Του! Μετά από αυτό το τελετουργικό , έφυγε πρώτο το μπεζ αυτοκίνητο με κείνο τον ξεμωραμένο ασπρομάλλη με τα πολύ κοντά μαλλιά, και κατευθύνθηκε σε ένα κοντινό χωρίο. Ήθελε να ζητήσει τη βοήθεια από ένα φίλο που εγνώριζε από …ρόδες, για να φέρουν εις πέρας ολόκληρο το …κάζο! Καθώς έμπαινε ο ξεμωραμένος ασπρομάλλης στο Ληξούρι μαζί με το ..συνεργείο βουλκανιζατέρ, είδε ξαφνικά τον ‘’Βραχονησίδα’’ ή Καμπόη (=αστενόμος του Ληξουρίου) που έτρεχε με το ‘’100’’ πάνω – κάτω και νόμισε πως πάει να τζου κάμει ‘’κακό’’. Τότε ακολουθήσανε το ‘’Βραχονησίδα’’ ή ‘’Καμπόη’’ αλλά αυτός αδιαφόρησε γιατί ενόμισε πως εκειό που αντίκρυσε ήταν η …συμμετοχή άρματος τση Πυλάρου! Κατά τσι 6 παρά 10 πέρναγαν από τη ΒΕΣ και επειδή το καλώδιο τση ΔΕΗΣ -εκεί κοντά στο σπίτι του Γαλανού-, ήτανε χαμηλό, ένας από δαύτους, με ένα μεγάλο αντριστέλι (=ξύλο ψηλό), σήκωσε το καλώδιο και πέρασε κάτωθέ του, ο Αργοστολιώτης άρχοντας. 

Τέλος, …η μπομπή .. προσάραξε στο πόρτο τση Χωροπούλας, πίσω από τη στάτουα του σιόρ Αντρία του Λασκαράτου. Εφκειός ο ποέτας τσου καλοσώρισε και τσου ρώτησε τι κουβαλούνε σκεπασμένο στον τόπο τους. Του απάντησαν : 

– Σιορ Αντρία μου, στο ένα χέρι σου κρατάς το βιβλίο και στο άλλο το καπέλο. Σε γλέπουμε από καιρό οπ΄ όχεις φαγούρα και επειδής δεν έχεις χέρι να ξυστείς, εφέραμε τούτον εδώ για να σε ξύσει!

Ξεσπεπάσανε και ποστιάσανε τον Αργοστολιώτη άρχοντα με γυρισμένη την πλάτη του προς τη γενέτηρά του, πίσω από τη στάτουα. Έπειτα ανέβηκε ένας από δαύτους κρατώντας ένα κομμάτι χοντρό σκοινί και το πέρασε γύρω από το λαιμό του καρνάβαλου. Το άλλο άκρο του σκοινιού, το έδωσαν να το κρατά ο σιορ … Αντρίας. – Βωρές, φέρτε μου τε το εδώ μην αμολάρει και φύγει ο καρνάβαλος τσου! 

Το .. πρόχειρο συνεργείο βουλκανιζατέρ έβγαλε τσι ρόδες από την πλατφόρμα του καρνάβαλου και τονε πίθωσε κάτου.
Το πρωί, σα βγήκε για τα καλά ο ήλιος του Ληξουρίου, έπεσε μήνυμα από το Αργοστόλι για την …αναζήτηση του καρνάβαλου. Ο Δήμαρχος δεν ήξερε τίποτσι! Μ΄ αφού έμαθε τι λογής …ζωντανό πάει περίπατο ο σιορ Αντρίας, προσπάθησε να καλμάρει την ένταση και το θυμό των Αργοστολιωτών που έφαγαν τα λυσσιακά τσου για να μάθουνε τι γένηκε τη νυχτιά που πέρασε και τσου στέρησε το καρναβαλικό τους δημιούργημα! Λιποθυμίες, ζαλάδες, κατάρες, φωνές…. Ω! μπα γιέ , μπα γιέ…τι γένηκε! 
Μετά από διαπραγματεύσεις των δυο … χωρών, τοιμάστηκαν τα πιστρόφια του … γαμπρού τ΄ Αργοστολιού με το Φέρυ. Αφού διορθώθηκαν οι ρόδες της πλατφόρμας, φορτώθηκε ο άρκοντας στο Φέρυ και πήρε το δρόμο του γυρισμού. 

Μόλις αριβάρισε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τον περίμεναν οι δικοί του! Πάνω στο μόλο, ήτανε συμπτωματικά ο Βαγγέλης Αραβαντινός, ο γνωστός Ληξουριώτης, και τόμου είγδε εφκειό το κάζο, σήκωσε τα δυο του χέρια κι άρχισε την … ψαλτική: 

– Αφέντη μουουουου, τι σου εκάμανε εφκείνοι; Πού σε πήγανε; Τι σου κάμανε βωρέ;

Κι ο καρνάβαλος μισοσκασμένος από τα γέλια, πήγε να ετοιμαστεί για να πρωτοστατήσει στην μπομπή του τ΄ Αργοστολίου και γύρω του οι … σπαβενταρισμένοι από την απαγωγή δικοί του, υπόσχεση έδωκαν μυστική, το κακό να ανταποδώσουν!

Γερασιμάκης ο Αλαφιασμένος

Για την ιστορία: 

Τώρα που πέρασαν ήδη γεμάτα 20 χρόνια, μπορώ να αποκαλύψω πώς πίσω από το «Γερασιμάκης ο Αλαφιασμένος» ήμουν εγώ, χωρίς να έχω καμμιά ανάμειξη με την απίστευτη παρέα από το Ληξούρι που συνέλαβε την κλοπή του Αργοστολιώτικου καρνάβαλου, μια ευρηματική ιδέα που την έγραψε πλέον η ιστορία και που τα πρωτεία κρατά το σπιρτόζικο πνεύμα του Ληξουριώτικου καρναβαλιού. Την περιγραφή είχα από ένα μέλος από την παρέα. 

Η φωτογραφία είναι της Μαρίας ΝτεΡοζάριο. 

Ευρυδίκη Λειβαδά

Διονύσιος Βούτος
Δημοσιογράφος
30 χρόνια στην δημοσιογραφία. Δημοσιογράφος ΕΡΤ
Back To Top