skip to Main Content
Agalma (Copy)

«Ευθανασία» για εκατοντάδες χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις

Πάνος Κοσμάς

Το μεγάλο «μυστικό» και η πραγματική αιτία της σχεδιαζόμενης «ευθανασίας» των μικρών επιχειρήσεων είναι η στροφή στο μοντέλο ανάπτυξης στην «εξωστρέφεια και διεθνή ανταγωνιστικότητα», αλλά και η ανάδειξη των τραπεζών σε «μεγάλα αφεντικά» της οικονομίας που, ενώ χρωστούν την ίδια τους την ύπαρξη σε επανειλημμένες διασώσεις με κρατικό χρήμα και εγγυήσεις, εφαρμόζουν τα δικά τους κριτήρια και κόβουν την πρόσβαση στη χρηματοδότηση σε εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις.

Με το γνωστό του «λαϊκό» ύφος και την ωμότητα που ενίοτε χαρακτηρίζει τις διατυπώσεις του, ο υπουργός Ανάπτυξης απέδωσε σε μία φράση το νόημα του σχεδίου νόμου «Κίνητρα για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων», που εντελώς δίκαια στον δημόσιο λόγο αποδίδεται με τη σύντομη φράση «νομοσχέδιο για τις συγχωνεύσεις» και τέθηκε σε διαβούλευση για έναν μήνα (μέχρι 1/11). Ο κ. Γεωργιάδης αποκάλυψε απλώς αυτό που όλοι υποψιάζονται: ότι το βαθύτερο νόημα των κυβερνητικών ρυθμίσεων είναι η «πρόσβαση στις τράπεζες», από την οποία οι «επιχειρήσεις με 2-3 εργαζόμενους» θα αποκλειστούν. Με την πιο επιτηδευμένη γλώσσα του κυβερνητικού εκπροσώπου ο κ. Γιάννης Οικονόμου είπε το ίδιο πράγμα πιο… κομψά, συνδέοντας τα κίνητρα που δίνει η κυβέρνηση με την «ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία».

«Επιχειρήσεις με 2-3 εργαζομένους στην Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχουν πρόσβαση στις τράπεζες. Τι να κάνουμε τώρα;» | Αδωνις Γεωργιάδης στην εκπομπή της Αναστασίας Γιάμαλη «Kontra 24»

Τα κίνητρα αυτά, δήλωσε ο κ. Οικονόμου, δίνονται «για να μην έχουμε λουκέτα». Ωστε λοιπόν οι μικρομεσαίοι κινδυνεύουν με «λουκέτα» και ένας βασικός λόγος είναι η μη πρόσβαση «στις τράπεζες» κατά τον κ. Γεωργιάδη ή «σε χρηματοδοτικά εργαλεία» κατά τον κ. Οικονόμου. Και ποια είναι η βασική προϋπόθεση για να λυθεί το βασικό πρόβλημα της πρόσβασης στις τράπεζες; Ποιο είναι το διαβατήριο εισόδου στην παραμυθένια χώρα των τραπεζικών χρηματοδοτήσεων; Οι εξαγορές-συγχωνεύσεις ώστε να ξεφύγουν από τη θλιβερή μοίρα και το… θανατηφόρο στάτους των επιχειρήσεων «με 2-3 εργαζόμενους».

Πέρα από τους κ. Γεωργιάδη και Οικονόμου, με τον επιμερισμό ύφους όσον αφορά τις δηλώσεις τους, το νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών αποτελεί εξέχουσα περίπτωση κυβερνητικής εξαγγελίας που παρουσιάζεται σε τόσο… εκφοβιστικούς τόνους με όρους «τελευταίας ευκαιρίας» ή ακόμη και «ζωής ή θανάτου». Δεν πρόκειται μόνο για κυβερνητική τακτική που εξυπηρετεί την ψήφιση του νομοσχεδίου στη Βουλή, αλλά για ευρωπαϊκή στρατηγική που διαπνέει κατεξοχήν τις χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF) αλλά και του ΕΣΠΑ – κάτι που απουσιάζει τελείως από τον δημόσιο λόγο.

Αυτή την ευρωπαϊκή στρατηγική περιέβαλε με το κύρος του βραβείου Νόμπελ η έκθεση του Πισσαρίδη, που -καθόλου τυχαία- δεν παρέλειψε να αναδείξει ως πρόβλημα το μικρό μέγεθος και τις αδυναμίες της μεγάλης πλειονότητας των ελληνικών επιχειρήσεων. Ετσι από παντού και με όλους τους δυνατούς τρόπους έρχεται το μήνυμα του «τέλους εποχής» για τις μικρές επιχειρήσεις. Και η κυβέρνηση το εξειδικεύει με το νομοσχέδιο «Κίνητρα για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων», που εξάλλου αποτελεί προαπαιτούμενο της πρώτης δόσης του Ταμείου Ανάκαμψης.

ΕΣΠΑ και Ταμείο Ανάκαμψης

Το νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών είναι μια καλή ευκαιρία να συνειδητοποιηθεί η γενικότερη αλλαγή στρατηγικής στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Στο πλαίσιο αυτής της αλλαγής το ΕΣΠΑ έχει ήδη αλλάξει ρότα από την προηγούμενη προγραμματική περίοδο (2014-2020) και τα νέα «προτάγματα» που το διέπουν ενισχύονται ακόμη περισσότερο στην τρέχουσα προγραμματική περίοδο (2021-2027).

Είναι γνωστό ότι στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων η κρατική ενίσχυση (state aid) προς τις μεγάλες επιχειρήσεις απαγορεύεται – αν και συχνά επιβάλλεται από τις ίδιες τις κυβερνήσεις ως εξαίρεση του κανόνα σε «έκτακτες περιστάσεις», όπως συνέβη υπό την ομπρέλα της Κομισιόν στη διάρκεια της πανδημίας. Επιτρέπεται όμως προς τις μικρές και μικρές θεωρούνται όσες έχουν έως 250 εργαζόμενους – ο ευρωπαϊκός ορισμός των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Ωστόσο, ύστερα από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης (ΚΠΣ), με τα ΕΣΠΑ άλλαξε η ευρωπαϊκή στρατηγική: από τις πολιτικές της σύγκλισης και της συνοχής και τις οριζόντιες επιχειρηματικές δράσεις στις οποίες είχαν δικαίωμα πρόσβασης όλες οι μικρομεσαίες (κατά τον ευρωπαϊκό ορισμό) επιχειρήσεις, περάσαμε στις πολιτικές που συντονίζουν τις χρηματοδοτήσεις γύρω από κεντρικά ευρωπαϊκά «προτάγματα»: «πράσινη ανάπτυξη», έρευνα και καινοτομία, ψηφιοποίηση, προσανατολισμός στις εξαγωγές και στη διεθνή ανταγωνιστικότητα κ.λπ., προτάγματα που προωθούνται με επιμέρους προγράμματα τα οποία υπηρετούν αυτές τις κατευθύνσεις.

Στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ οι μικρές επιχειρήσεις έχουν τυπικά πρόσβαση, αλλά σε ένα πλαίσιο που γίνεται διαρκώς πιο απαιτητικό και «στενάχωρο» και, με δεδομένα τα χαρακτηριστικά τους, ουσιαστικά τις αποκλείει όλο και περισσότερο από τις χρηματοδοτήσεις. Η απαίτηση για στροφή της οικονομίας από την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών που καλύπτουν ανάγκες της εσωτερικής ζήτησης σε ένα «εξωστρεφές» μοντέλο που θα αποβλέπει στις εξαγωγές και θα προϋποθέτει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, εκ των πραγμάτων αποκλείει από τις χρηματοδοτήσεις την πλειονότητα των μικρών επιχειρήσεων.

Στο πλαίσιο αυτό οι απαξιωτικές αναφορές στις μικρές επιχειρήσεις είναι ρητές και σαφείς στις σελίδες τόσο του προηγούμενου όσο και του τωρινού ΕΣΠΑ.

Για παράδειγμα στο Σύμφωνο Εταιρικής Σχέσης 2014-2020 (ΕΣΠΑ) αναφέρεται στη σελίδα 7: «Οι επιχειρήσεις της χώρας παρουσιάζουν χαμηλή ανταγωνιστικότητα η οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο: (i) στο ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό πολύ μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων που είναι κυρίως οικογενειακού χαρακτήρα και λειτουργούν με χαμηλή παραγωγικότητα, (ii) στην εξειδίκευση σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας και την περιορισμένη χαμηλή εισαγωγή καινοτομιών […]».

Επίσης στη Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης -ΕΣΠΑ 2021-2027- αναφέρεται:

«Η Ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από το υψηλό ποσοστό πολύ μικρών επιχειρήσεων (97,4% έναντι 93,0% του μ.ο. της Ε.Ε.), τη χαμηλή παραγωγικότητα και την κυριαρχία μη διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών. Το ποσοστό των επιχειρήσεων που εξάγουν είναι χαμηλό, όπως χαμηλός είναι και ο όγκος των εξαγωγών προϊόντων ως ποσοστό του ΑΕΠ (19% έναντι 48% των άλλων μικρών ανοικτών οικονομιών της Ε.Ε.)» (σελ. 5).

Αποκλεισμός των «μικρών»

Το βασικό κίνητρο που παρέχει το νομοσχέδιο είναι η απαλλαγή φόρου κατά 30% για εταιρείες που θα συγχωνευτούν ή θα συνεργαστούν με διάφορες μορφές, επί του οποίου το υπουργείο Οικονομικών και ακόμη περισσότερο η ΑΑΔΕ έχουν τον αποκλειστικό λόγο. Παρ’ όλο που αφορά χρηματοδοτήσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF) και παρά το γεγονός ότι στις δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών το RRF παρουσιάζεται ως συνώνυμο της ανάπτυξης, ο τίτλος του νομοσχεδίου είναι παραπλανητικός: ο στόχος του δεν είναι η «ανάπτυξη», αλλά η «σωτηρία» επιχειρήσεων διά εξαγοράς-συγχώνευσης ή συνεργασίας.

Απευθύνεται σε επιχειρήσεις που «δεν στέκουν καλά», που είναι «προβληματικές», που έχουν προβλήματα βιωσιμότητας τα οποία -υποτίθεται ότι- θα λυθούν μέσω συγχωνεύσεων και συνεργασιών και με μπόνους τα κίνητρα του νομοσχεδίου. Οι «κανονικές» συγχωνεύσεις και συνεργασίες, αυτές που ωριμάζουν και γίνονται με όρους αγοράς, δεν περιμένουν τα κυβερνητικά κίνητρα για να πραγματοποιηθούν. Εν προκειμένω όμως δεν πρόκειται για «κανονικές» συγχωνεύσεις, αλλά για συγχωνεύσεις υπό την απειλή τελεσίγραφου.

Ποιες επιχειρήσεις αφορά το νομοσχέδιο; «Τις μικρομεσαίες» απαντά το υπουργείο. Πρόκειται επίσης για παραπλάνηση. Το νομοσχέδιο αφορά τύποις όλες τις επιχειρήσεις ή πρόσωπα που απασχολούν έως 250 εργαζομένους – ο ευρωπαϊκός ορισμός της μικρομεσαίας επιχείρησης (ΜμΕ). Ωστόσο κάποιες εκ των προϋποθέσεων που τίθενται σε άρθρα του νομοσχεδίου αποκλείουν τον μεγαλύτερο αριθμό απ’ αυτές, για τις οποίες επομένως δεν υπάρχει καν «τελευταία ευκαιρία»!

Συγκεκριμένα στο άρθρο 3 του νομοσχεδίου τίθεται -μεταξύ άλλων- και η προϋπόθεση «το άθροισμα του κύκλου εργασιών των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων, αφαιρουμένων των μεταξύ τους συναλλαγών, [πρέπει να] είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το ποσό των τετρακοσίων πενήντα χιλιάδων (450.000) ευρώ». Οπως φαίνεται όμως από τον πίνακα (πίνακας 2) με τα δεδομένα για τον μέσο κύκλο εργασιών ανά κατηγορία επιχείρησης με κριτήριο τον αριθμό των εργαζομένων, αυτή την προϋπόθεση καλύπτει οριακά ένα μέρος των επιχειρήσεων με 5-9 εργαζόμενους, ενώ αποκλείονται «εξ ορισμού» όλες οι επιχειρήσεις με 0-4 εργαζόμενους!

Πόσους/ες εργαζόμενους/ες απασχολούν οι αποκλειόμενες επιχειρήσεις; Οπως φαίνεται από τον πίνακα, περισσότερους από 1,5 εκατομμύριο αφού αφορά όλες τις επιχειρήσεις με 0-4 εργαζόμενους και χιλιάδες επιχειρήσεις με 5-9 εργαζόμενους! Η πρόβλεψη είναι ασφαλής: στον ίδιο βαθμό που θα υλοποιείται η «απαγόρευση» πρόσβασης στις τράπεζες και η στροφή του μοντέλου ανάπτυξης στην εξωστρέφεια και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα, θα έχουμε και μεγάλη συρρίκνωση του αριθμού των μικρών επιχειρήσεων με 0-4 εργαζόμενους αλλά και χιλιάδων με 5-9 εργαζόμενους. Με τελικό αποτέλεσμα, μεγάλο πλήγμα στην απασχόληση και αύξηση της ανεργίας.

Yποκριτικές oι επικλήσεις της μειωμένης παραγωγικότητας

Οι αναφορές στο μεγάλο ποσοστό των μικρών επιχειρήσεων σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν ευσταθούν, όπως τεκμαίρεται από τον πίνακα 2. Με εξαίρεση τη Γερμανία, τα ποσοστά είναι παραπλήσια σε χώρες πολύ ισχυρότερες οικονομικά όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία. Οι επικλήσεις της μειωμένης παραγωγικότητας είναι επίσης υποκριτικές: αυτή υπήρχε εξίσου όλα τα προηγούμενα χρόνια, αλλά αποδείχτηκε ότι υπήρχε «χώρος» για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Η αυξημένη παραβατικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι επίσης υπαρκτή, αλλά προφανώς η λύση δεν (θα έπρεπε να) είναι η μαζική «ευθανασία» που θα συμπαρασύρει σε αφανισμό εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας.

Εξάλλου τα κυβερνητικά στελέχη δεν ευαισθητοποιούνται από την εργασιακή παραβατικότητα των μικρών επιχειρήσεων (μισθοί, εργασιακές σχέσεις, καταβολές στα ασφαλιστικά ταμεία), αλλά μόνο για την παραβατικότητα που αφορά την Εφορία. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, όταν η ίδια η κυβέρνηση κανοναρχεί την πλήρη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, κρατά καθηλωμένο τον κατώτατο μισθό παρά τους πανηγυρισμούς για τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και αδιαφορεί για τα «φέσια» των επιχειρήσεων (και όχι μόνο των πολύ μικρών) προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Η μονομερής κυβερνητική ευαισθησία για τη φορολογική παραβατικότητα σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι το ευαγγελιζόμενο νέο μοντέλο ανάπτυξης θα συνεχίσει να στηρίζεται στην ανταγωνιστικότητα που απορρέει από το χαμηλό κόστος εργασίας.

Το μεγάλο «μυστικό» και η πραγματική αιτία της σχεδιαζόμενης «ευθανασίας» των μικρών επιχειρήσεων είναι η στροφή στο μοντέλο ανάπτυξης στην «εξωστρέφεια και διεθνή ανταγωνιστικότητα» (επιλογή που σηκώνει πολλή συζήτηση), αλλά και η ανάδειξη των τραπεζών σε «μεγάλα αφεντικά» της οικονομίας που, ενώ χρωστούν την ίδια τους την ύπαρξη σε επανειλημμένες διασώσεις με κρατικό χρήμα και εγγυήσεις, εφαρμόζουν τα δικά τους κριτήρια και κόβουν την πρόσβαση στη χρηματοδότηση σε εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις.

Διονύσιος Βούτος
Δημοσιογράφος
35 χρόνια στην δημοσιογραφία. Δημοσιογράφος ΕΡΤ
Back To Top