skip to Main Content
600 400 (Copy)

ΑΚΟΜΗ ΤΟ 1821 (ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ) ΔΙΧΑΖΕΙ;

Πέτρος Πετράτος

ΙΙ. Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

[Συνέχεια από το προηγούμενο]

●     Μα, θα ρωτήσει κάποιος άλλος, δεν πρόσφερε τίποτε η επίσημη Εκκλησία κατά τη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας και στη συνέχεια στην Ελληνική Επανάσταση; Δεν είμαστε από αυτούς που μηδενίζουν το προσφερόμενο έργο, που υποβαθμίζουν την πραγματική προσφορά. Στο χώρο της εκπαίδευσης, και μάλιστα τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατοχής, η Εκκλησία συνεισέφερε δραστήρια με τη δημιουργία σχολείων και τον ορισμό δασκάλων. Διέθεσε χώρους από εκκλησιαστικά ή μοναστηριακά συγκροτήματα για τη λειτουργία εκπαιδευτηρίων. Επρόκειτο, βέβαια, για μια εκπαίδευση εκκλησιαστικού κυρίως χαρακτήρα. Πέρα από τις εκτιμήσεις που γίνονται ότι η Εκκλησία θα μπορούσε να είχε οργανώσει πολύ νωρίτερα και σε μεγαλύτερη έκταση των υπόδουλων περιοχών ένα πιο ευρύτερο εκπαιδευτικό δίκτυο, ωστόσο η λειτουργία εκείνων των εστιών μάθησης βοήθησαν τους υπόδουλους στη διαφύλαξη της γλώσσας και των παραδόσεών τους. 

          Από την πρώτη περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης ιδρύεται η Μεγάλη του Γένους Σχολή, με αποτέλεσμα η Εκκλησία να αντλεί από εκεί τους λειτουργούς της. Ο πατριάρχης Κύριλλος Ε΄ ιδρύει την Αθωνιάδα Σχολή, όπου δίδαξαν σπουδαίοι Δάσκαλοι του Γένους, όπως ο Κερκυραίος Ευγένιος Βούλγαρης και ο Αθηναίος Θεόφιλος Κορυδαλέας. (Σημειώνουμε εδώ ότι στο μοναστήρι των Θεμάτων, στην Πύλαρο, σώζονται τέσσερα χειρόγραφα με σχόλια του Θεόφιλου Κορυδαλέα πάνω σε έργα του Αριστοτέλη, γραμμένα από κάποιον Κεφαλονίτη ονόματι Γεώργιο).

          Από τα μέσα, όμως, του 17ου αιώνα τα ανερχόμενα αστικά στοιχεία του υπόδουλου ελληνισμού πήραν στα χέρια τους το έργο της εκπαίδευσης, στην οποία έδωσαν κοσμικό χαρακτήρα. Εισήχθηκαν τώρα τα μαθήματα της φυσικής, των μαθηματικών, της φιλοσοφίας, γεγονός που δε θα αργήσει να προκαλέσει τη σφοδρή αντίδραση της Εκκλησίας. Η τελευταία θα επιτεθεί και θα στοχοποιήσει αρκετούς διαφωτιστές. Αποκορύφωμα αυτής της σύγκρουσης υπήρξε η εγκύκλιος του Γρηγορίου Ε΄ εναντίον των φιλοσοφικών μαθημάτων. Σύμφωνα με αυτήν οι φυσικές επιστήμες και η φιλοσοφία διέδιδαν την αθεΐα και επομένως έπρεπε να απαλειφθούν από τα εκπαιδευτικά προγράμματα και να αποβληθούν οι δάσκαλοι που τα διδάσκουν. Τότε ήταν που έκλεισε η Σχολή της Χίου (τότε αριθμούσε 700 μαθητές), στην οποία δίδασκε ο Νεόφυτος Βάμβας και φοιτούσε ο «δικός» μας Κωνσταντίνος Τυπάλδος Ιακωβάτος. Επέστρεψαν στην Κεφαλονιά, όπου ο Βάμβας θα μείνει διδάσκοντας μέχρι το 1827.

●      Και κάτι ακόμη: δεν είχε στεγνώσει το αίμα από την εκτέλεση του Ρήγα (Ιούνιος 1798), και ο πατριάρχης με εγκύκλιό του προς τους κατά τόπους μητροπολίτες στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία ζητούσε να συγκεντρώσουν όσα βιβλία του Ρήγα κυκλοφορούσαν στις περιοχές τους και να τα στείλουν στο Πατριαρχείο, για να καούν. Και νεκρός ακόμη ο Ρήγας ήταν  ενοχλητικός… (Τώρα γιατί το ελληνικό κατεστημένο αποφάσισε να στήσει έξω από το κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου στην Αθήνα τους δύο «εχθρούς», τον Ρήγα και τον Γρηγόριο Ε΄, είναι μια άλλη … ιστορία).

 ►     Όλα τα παραπάνω αφορούν στην ανώτατη ιεραρχία, αφορούν στο Πατριαρχείο. Και αυτήν  την αντεπαναστατική στάση του Πατριαρχείου – την οποία δε θέλουν ακόμη να παραδεχτούν  κύκλοι μελετητών από τον εκκλησιαστικό χώρο – τη γνώριζαν πολύ καλά οι Έλληνες επαναστάτες του 1821, και λαϊκοί και κληρικοί.

         Να, κάποια στοιχεία:

Με την έναρξη της Επανάστασης οι Έλληνες αποκόβονται από το Πατριαρχείο, ακριβώς επειδή το θεωρούν εχθρό της Επανάστασης. Έχει μήπως κανείς αντιληφθεί αν σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης είχε καταγραφεί κάποια σχέση των επαναστατών με το Πατριαρχείο;  Ή μήπως έπαψαν οι επαναστατημένοι Έλληνες να είναι ορθόδοξοι;  Είναι γνωστό, εξάλλου, το «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» – ναι, το «μάχου υπέρ πίστεως» εξακολουθούσε να ισχύει για τους επαναστάτες,  αλλά όχι μαζί με το προδοτικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.

Κόβονται, λοιπόν, οι δεσμοί των επαναστατημένων περιοχών με το Πατριαρχείο. Χαρακτηριστικό είναι τούτο το γεγονός: όταν το 1822 ο πατριάρχης Ευγένιος Β΄ έστειλε στην Εθνοσυνέλευση στο Άστρος τα νέα διοριστήρια μητροπολιτών, δεν τα δέχτηκε η Εθνοσυνέλευση. Με την έναρξη του Αγώνα σε όλες τις επαναστατημένες περιοχές έπαψε να έχει διοικητική δικαιοδοσία ο πατριάρχης. Γι’ αυτό, εξάλλου, οι Εθνοσυνελεύσεις διόριζαν τώρα και «μινίστρο της Θρησκείας», υπουργό δηλαδή αρμόδιο για τα θρησκευτικά και εκκλησιαστικά ζητήματα.

Τον Απρίλιο του 1828 – άραγε, το ξέρει κανείς αυτό το περιστατικό; – ενώ ήδη ο Καποδίστριας είναι Κυβερνήτης της Ελλάδας και η Επανάσταση προχωρεί προς την ολοκλήρωσή της, το ανεκδιήγητο Πατριαρχείο, προσπάθησε να προκαλέσει εμφύλιο πόλεμο μέσα στη νεοσύστατη ελληνική επικράτεια. Με ποιον τρόπο; Με επιστολή του καλούσε τους Έλληνες να επιστρέψουν στους κόλπους της «νόμιμης» οθωμανικής εξουσίας (δηλαδή να απαρνηθούν το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος), καθώς ο σουλτάνος θα παραχωρούσε αμνηστία στους «μετανοούντας». Έστειλε, μάλιστα, κάποιους «δικούς» του μητροπολίτες στην Πελοπόννησο, για να προπαγανδίσουν αυτήν τη «μετάνοια». Σημειώνουμε εδώ ότι όποιος διαβάσει τη συγκεκριμένη αυτήν επιστολή θα φρίξει, δε θα θελήσει να ξανακούσει για Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και για επίσημη ορθόδοξη Εκκλησία…

          Σημειώνουμε εδώ ότι αυτή η όλη συντηρητική, αντεπαναστατική, αντεθνική στάση του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης δεν είναι άμοιρη της τελικής κατάληξης, που οδήγησε στο Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας. Αλλά όλα αυτά ηθελημένα αποκρύβονται από την πλειοψηφία της κυρίαρχης πνευματικής, πολιτικής και εκκλησιαστικής ελίτ του τόπου μας, η οποία, αντίθετα, με διάφορες λαθροχειρίες έχει κατορθώσει να πείσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού για τη θετική συμβολή της επίσημης Εκκλησίας στην Ελληνική Επανάσταση («κρυφό σχολειό», «ύψωση του λαβάρου από τον Π.Π. Γερμανό στην Αγία Λαύρα, «εθνομάρτυρας» και «άγιος» ο Γρηγόριος Ε΄, κ.λπ.).

►      Επομένως, η Ελληνική Επανάσταση και η συνακόλουθη απελευθέρωση και ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους έγινε χωρίς την επίσημη Ορθόδοξη Εκκλησία ή, ορθότερα, έγινε ενάντια στη θέλησή της – μας αρέσει, δε μας αρέσει. Τα γεγονότα είναι συγκεκριμένα και η κατάσταση δεν μπορεί να ωραιοποιηθεί.

 ●     Ωστόσο, όλα τα παραπάνω δεν έχουν καμιά σχέση με το μεγαλύτερο μέρος του ορθόδοξου κλήρου. Δεν έχουν καμιά σχέση με ιερωμένους, που εξελίχθηκαν σε άξιους διαφωτιστές-Δασκάλους του Γένους, όπως ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο Θεόφιλος Καΐρης, ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, ακόμη και ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος πέρασε και δίδαξε στην Κεφαλονιά, αλλά και πολλοί άλλοι, υποστηρικτές της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης, σταθεροί υπέρμαχοι της Επανάστασης. Δεν έχουν καμιά σχέση με πληθώρα ιερωμένων αγωνιστών, όπως ο  Παπαφλέσσας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας, ο Άνθιμος Γαζής, ακόμη και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, αλλά και πολλοί άλλοι κληρικοί και μοναχοί. Δεν έχουν καμιά σχέση με τα μοναστήρια, που προστάτευσαν διωκόμενους επαναστάτες, που περιέθαλψαν αγωνιστές, που αποθήκευαν τρόφιμα και πολεμοφόδια, που μετατράπηκαν σε αρχηγεία του αγώνα, όπως το μοναστήρι του Προυσού στην Ευρυτανία, ή το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στην Πέτρα της Βοιωτίας.

►      Επομένως, ούτε συγχέουμε, ούτε συμψηφίζουμε τη συντηρητική, αντεπαναστατική στάση του κορυφαίου θεσμού της ορθοδοξίας με την τολμηρή και ριψοκίνδυνη δράση και με την αυτοθυσία επώνυμων και ανώνυμων κληρικών. Υπήρξε δηλαδή πολυδιάστατη η συμβολή κληρικών και μοναχών στην Επανάσταση.

►       Και ακόμη:

Όταν τα υποψήφια μέλη της Φ.Ε. ορκίζονταν στο Ευαγγέλιο, δεν έπαιρναν υπόψη τους την αντεπαναστατική ιδεολογία του Πατριαρχείου.

 Όταν οι Έλληνες αγωνιστές έφτιαχναν στα επαναστατικά τους λάβαρα το σημείο του σταυρού, δεν τους ενδιέφερε η φιλοοθωμανική άποψη του Πατριαρχείου.

Όταν το προσκυνημένο Πατριαρχείο καλούσε τους πιστούς του να δείχνουν υπακοή στον σουλτάνο, οι Έλληνες επαναστάτες ψήφιζαν στη Β΄ Εθνοσυνέλευση το 1822 τη διακήρυξη που έλεγε: «[…] εις το όνομα του ελληνικού έθνους, του οποίου νομίμως φέρει την πληρεξουσιότητα και κηρύττει σήμερον κατ’ επανάληψιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, την πολιτικήν των Ελλήνων ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν […] από τον άρπαγα Σουλτάνον και να ανεξαρτηθώμεν εντελώς […] διά την δόξαν της αγίας ημών πίστεως και την ευτυχίαν των ανθρώπων».

 Όταν ο ηγούμενος του μοναστηριού του Μεγάλου Σπηλαίου Δαμασκηνός απαντούσε στον Ιμπραήμ τον Ιούνιο του 1827 «ημείς διά να προσκυνήσωμεν είναι αδύνατον, διότι ήμεθα ορκωμένοι εις την πίστιν μας ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν πολεμούντες», έχει διαχωρίσει διά παντός τη σχέση του με τους δουλόφρονες πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης.

►   Τελικά: Για ποιους αγώνες της επίσημης Εκκλησίας στην Ελληνική Επανάσταση μπορούμε να μιλάμε; Μάλλον για αγώνες κατά της Επανάστασης. Εάν, όμως, με τον όρο Εκκλησία εννοούμε τους απλούς ορθόδοξους Έλληνες, τότε, ναι, αυτοί, παρά τις δυσκολίες τους και τους φόβους τους, συμμετείχαν στον Αγώνα. Εάν εννοούμε τους μοναχούς στα μοναστήρια, τους κατώτερους κληρικούς αλλά και ένα σοβαρό ποσοστό των ιεραρχών που ζούσαν δίπλα στο ποίμνιό τους, ναι, προσέφεραν στον Αγώνα.

►       Και ενώ είναι απόλυτα τεκμηριωμένη η αντεπαναστατική στάση του Πατριαρχείου, τόσο η εκπαίδευση όσο και η δημόσια σφαίρα συνεχίζουν να προβάλλουν μια παραποιημένη εικόνα. Η Εκκλησία έχει κατορθώσει να ιδιοποιηθεί την Επανάσταση, δίνοντας αποκλειστικά θετική εικόνα για το ρόλο της. Πώς τα κατάφερε;

►    Διαπιστώνοντας η Εκκλησία ότι, παρά την αρνητική της στάση απέναντι στην Επανάσταση, η τελευταία πέτυχε, αποφάσισε να συμπορευτεί με το νέο κράτος στην κατασκευή μιας κυρίαρχης εθνικοθρησκευτικής ιδεολογίας. Έτσι, από κοινού Κράτος και Εκκλησία από τη μια προέβαλαν μύθους, που τους παρουσίασαν ως ιστορικά γεγονότα («ύψωση του λαβάρου στην Αγία Λαύρα», «κρυφό σχολειό», «εθνομάρτυρας Γρηγόριος Ε΄» κ.λπ.), και από την άλλη συστηματικά υποβάθμισαν ή αποσιώπησαν ή και διαστρέβλωσαν γεγονότα που αποδείκνυαν την αντεπαναστατική στάση της Εκκλησίας (αφορισμός των κλεφτών του Μοριά, αφορισμός της Ελληνικής Επανάστασης, καταδίωξη διαφωτιστών, προπαγάνδα κατά του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους κ.λπ.).

 ►         Η επίσημη Εκκλησία φρόντισε να προστατεύσει πρώτα και κύρια τον εαυτό της. Γιατί διαφορετικά υπήρχε πληθώρα γεγονότων και παραδειγμάτων, που αποδείκνυαν τη συμβολή του κλήρου στην Επανάσταση, όπως αναφέραμε παραπάνω. Όμως, δεν την ενδιέφερε τόσο ο Αθανάσιος Διάκος και ο Παπαφλέσσας όσο ο Καλλίνικος Ε΄ και ο Γρηγόριος Ε΄. Και για να καλύψει την αντεπαναστατική της στάση, έπρεπε να πείσει πως αυτή ξεκίνησε τον Αγώνα στην Αγία Λαύρα. Και για όλα αυτά έδωσε και δίνει μάχες…

Υ.Γ.

Ας μη βιαστούν κάποιοι να με … διαολοστείλουν με όσα παραπάνω έχω αναφέρει για το Πατριαρχείο. Θα τους παρακαλούσα να μελετήσουν πρώτα με μεγάλη προσοχή όσα κείμενα/πηγές ανέφερα. Ας προσπαθήσουν να βρουν και να διαβάσουν κι άλλες σχετικές με το θέμα αυτό μελέτες. 

Αργοστόλι, 4-4-2022                                                                            [Στο επόμενο η ενότητα ΙΙΙ]

ΑΚΟΜΗ ΤΟ 1821 (ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ) ΔΙΧΑΖΕΙ;

Πέτρος Πετράτος

ΙΙ. Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

[Συνέχεια από το προηγούμενο]

●     Μα, θα ρωτήσει κάποιος άλλος, δεν πρόσφερε τίποτε η επίσημη Εκκλησία κατά τη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας και στη συνέχεια στην Ελληνική Επανάσταση; Δεν είμαστε από αυτούς που μηδενίζουν το προσφερόμενο έργο, που υποβαθμίζουν την πραγματική προσφορά. Στο χώρο της εκπαίδευσης, και μάλιστα τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατοχής, η Εκκλησία συνεισέφερε δραστήρια με τη δημιουργία σχολείων και τον ορισμό δασκάλων. Διέθεσε χώρους από εκκλησιαστικά ή μοναστηριακά συγκροτήματα για τη λειτουργία εκπαιδευτηρίων. Επρόκειτο, βέβαια, για μια εκπαίδευση εκκλησιαστικού κυρίως χαρακτήρα. Πέρα από τις εκτιμήσεις που γίνονται ότι η Εκκλησία θα μπορούσε να είχε οργανώσει πολύ νωρίτερα και σε μεγαλύτερη έκταση των υπόδουλων περιοχών ένα πιο ευρύτερο εκπαιδευτικό δίκτυο, ωστόσο η λειτουργία εκείνων των εστιών μάθησης βοήθησαν τους υπόδουλους στη διαφύλαξη της γλώσσας και των παραδόσεών τους. 

          Από την πρώτη περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης ιδρύεται η Μεγάλη του Γένους Σχολή, με αποτέλεσμα η Εκκλησία να αντλεί από εκεί τους λειτουργούς της. Ο πατριάρχης Κύριλλος Ε΄ ιδρύει την Αθωνιάδα Σχολή, όπου δίδαξαν σπουδαίοι Δάσκαλοι του Γένους, όπως ο Κερκυραίος Ευγένιος Βούλγαρης και ο Αθηναίος Θεόφιλος Κορυδαλέας. (Σημειώνουμε εδώ ότι στο μοναστήρι των Θεμάτων, στην Πύλαρο, σώζονται τέσσερα χειρόγραφα με σχόλια του Θεόφιλου Κορυδαλέα πάνω σε έργα του Αριστοτέλη, γραμμένα από κάποιον Κεφαλονίτη ονόματι Γεώργιο).

          Από τα μέσα, όμως, του 17ου αιώνα τα ανερχόμενα αστικά στοιχεία του υπόδουλου ελληνισμού πήραν στα χέρια τους το έργο της εκπαίδευσης, στην οποία έδωσαν κοσμικό χαρακτήρα. Εισήχθηκαν τώρα τα μαθήματα της φυσικής, των μαθηματικών, της φιλοσοφίας, γεγονός που δε θα αργήσει να προκαλέσει τη σφοδρή αντίδραση της Εκκλησίας. Η τελευταία θα επιτεθεί και θα στοχοποιήσει αρκετούς διαφωτιστές. Αποκορύφωμα αυτής της σύγκρουσης υπήρξε η εγκύκλιος του Γρηγορίου Ε΄ εναντίον των φιλοσοφικών μαθημάτων. Σύμφωνα με αυτήν οι φυσικές επιστήμες και η φιλοσοφία διέδιδαν την αθεΐα και επομένως έπρεπε να απαλειφθούν από τα εκπαιδευτικά προγράμματα και να αποβληθούν οι δάσκαλοι που τα διδάσκουν. Τότε ήταν που έκλεισε η Σχολή της Χίου (τότε αριθμούσε 700 μαθητές), στην οποία δίδασκε ο Νεόφυτος Βάμβας και φοιτούσε ο «δικός» μας Κωνσταντίνος Τυπάλδος Ιακωβάτος. Επέστρεψαν στην Κεφαλονιά, όπου ο Βάμβας θα μείνει διδάσκοντας μέχρι το 1827.

●      Και κάτι ακόμη: δεν είχε στεγνώσει το αίμα από την εκτέλεση του Ρήγα (Ιούνιος 1798), και ο πατριάρχης με εγκύκλιό του προς τους κατά τόπους μητροπολίτες στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία ζητούσε να συγκεντρώσουν όσα βιβλία του Ρήγα κυκλοφορούσαν στις περιοχές τους και να τα στείλουν στο Πατριαρχείο, για να καούν. Και νεκρός ακόμη ο Ρήγας ήταν  ενοχλητικός… (Τώρα γιατί το ελληνικό κατεστημένο αποφάσισε να στήσει έξω από το κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου στην Αθήνα τους δύο «εχθρούς», τον Ρήγα και τον Γρηγόριο Ε΄, είναι μια άλλη … ιστορία).

 ►     Όλα τα παραπάνω αφορούν στην ανώτατη ιεραρχία, αφορούν στο Πατριαρχείο. Και αυτήν  την αντεπαναστατική στάση του Πατριαρχείου – την οποία δε θέλουν ακόμη να παραδεχτούν  κύκλοι μελετητών από τον εκκλησιαστικό χώρο – τη γνώριζαν πολύ καλά οι Έλληνες επαναστάτες του 1821, και λαϊκοί και κληρικοί.

         Να, κάποια στοιχεία:

Με την έναρξη της Επανάστασης οι Έλληνες αποκόβονται από το Πατριαρχείο, ακριβώς επειδή το θεωρούν εχθρό της Επανάστασης. Έχει μήπως κανείς αντιληφθεί αν σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης είχε καταγραφεί κάποια σχέση των επαναστατών με το Πατριαρχείο;  Ή μήπως έπαψαν οι επαναστατημένοι Έλληνες να είναι ορθόδοξοι;  Είναι γνωστό, εξάλλου, το «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» – ναι, το «μάχου υπέρ πίστεως» εξακολουθούσε να ισχύει για τους επαναστάτες,  αλλά όχι μαζί με το προδοτικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.

Κόβονται, λοιπόν, οι δεσμοί των επαναστατημένων περιοχών με το Πατριαρχείο. Χαρακτηριστικό είναι τούτο το γεγονός: όταν το 1822 ο πατριάρχης Ευγένιος Β΄ έστειλε στην Εθνοσυνέλευση στο Άστρος τα νέα διοριστήρια μητροπολιτών, δεν τα δέχτηκε η Εθνοσυνέλευση. Με την έναρξη του Αγώνα σε όλες τις επαναστατημένες περιοχές έπαψε να έχει διοικητική δικαιοδοσία ο πατριάρχης. Γι’ αυτό, εξάλλου, οι Εθνοσυνελεύσεις διόριζαν τώρα και «μινίστρο της Θρησκείας», υπουργό δηλαδή αρμόδιο για τα θρησκευτικά και εκκλησιαστικά ζητήματα.

Τον Απρίλιο του 1828 – άραγε, το ξέρει κανείς αυτό το περιστατικό; – ενώ ήδη ο Καποδίστριας είναι Κυβερνήτης της Ελλάδας και η Επανάσταση προχωρεί προς την ολοκλήρωσή της, το ανεκδιήγητο Πατριαρχείο, προσπάθησε να προκαλέσει εμφύλιο πόλεμο μέσα στη νεοσύστατη ελληνική επικράτεια. Με ποιον τρόπο; Με επιστολή του καλούσε τους Έλληνες να επιστρέψουν στους κόλπους της «νόμιμης» οθωμανικής εξουσίας (δηλαδή να απαρνηθούν το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος), καθώς ο σουλτάνος θα παραχωρούσε αμνηστία στους «μετανοούντας». Έστειλε, μάλιστα, κάποιους «δικούς» του μητροπολίτες στην Πελοπόννησο, για να προπαγανδίσουν αυτήν τη «μετάνοια». Σημειώνουμε εδώ ότι όποιος διαβάσει τη συγκεκριμένη αυτήν επιστολή θα φρίξει, δε θα θελήσει να ξανακούσει για Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και για επίσημη ορθόδοξη Εκκλησία…

          Σημειώνουμε εδώ ότι αυτή η όλη συντηρητική, αντεπαναστατική, αντεθνική στάση του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης δεν είναι άμοιρη της τελικής κατάληξης, που οδήγησε στο Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας. Αλλά όλα αυτά ηθελημένα αποκρύβονται από την πλειοψηφία της κυρίαρχης πνευματικής, πολιτικής και εκκλησιαστικής ελίτ του τόπου μας, η οποία, αντίθετα, με διάφορες λαθροχειρίες έχει κατορθώσει να πείσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού για τη θετική συμβολή της επίσημης Εκκλησίας στην Ελληνική Επανάσταση («κρυφό σχολειό», «ύψωση του λαβάρου από τον Π.Π. Γερμανό στην Αγία Λαύρα, «εθνομάρτυρας» και «άγιος» ο Γρηγόριος Ε΄, κ.λπ.).

►      Επομένως, η Ελληνική Επανάσταση και η συνακόλουθη απελευθέρωση και ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους έγινε χωρίς την επίσημη Ορθόδοξη Εκκλησία ή, ορθότερα, έγινε ενάντια στη θέλησή της – μας αρέσει, δε μας αρέσει. Τα γεγονότα είναι συγκεκριμένα και η κατάσταση δεν μπορεί να ωραιοποιηθεί.

 ●     Ωστόσο, όλα τα παραπάνω δεν έχουν καμιά σχέση με το μεγαλύτερο μέρος του ορθόδοξου κλήρου. Δεν έχουν καμιά σχέση με ιερωμένους, που εξελίχθηκαν σε άξιους διαφωτιστές-Δασκάλους του Γένους, όπως ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο Θεόφιλος Καΐρης, ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, ακόμη και ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος πέρασε και δίδαξε στην Κεφαλονιά, αλλά και πολλοί άλλοι, υποστηρικτές της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης, σταθεροί υπέρμαχοι της Επανάστασης. Δεν έχουν καμιά σχέση με πληθώρα ιερωμένων αγωνιστών, όπως ο  Παπαφλέσσας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας, ο Άνθιμος Γαζής, ακόμη και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, αλλά και πολλοί άλλοι κληρικοί και μοναχοί. Δεν έχουν καμιά σχέση με τα μοναστήρια, που προστάτευσαν διωκόμενους επαναστάτες, που περιέθαλψαν αγωνιστές, που αποθήκευαν τρόφιμα και πολεμοφόδια, που μετατράπηκαν σε αρχηγεία του αγώνα, όπως το μοναστήρι του Προυσού στην Ευρυτανία, ή το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στην Πέτρα της Βοιωτίας.

►      Επομένως, ούτε συγχέουμε, ούτε συμψηφίζουμε τη συντηρητική, αντεπαναστατική στάση του κορυφαίου θεσμού της ορθοδοξίας με την τολμηρή και ριψοκίνδυνη δράση και με την αυτοθυσία επώνυμων και ανώνυμων κληρικών. Υπήρξε δηλαδή πολυδιάστατη η συμβολή κληρικών και μοναχών στην Επανάσταση.

►       Και ακόμη:

Όταν τα υποψήφια μέλη της Φ.Ε. ορκίζονταν στο Ευαγγέλιο, δεν έπαιρναν υπόψη τους την αντεπαναστατική ιδεολογία του Πατριαρχείου.

 Όταν οι Έλληνες αγωνιστές έφτιαχναν στα επαναστατικά τους λάβαρα το σημείο του σταυρού, δεν τους ενδιέφερε η φιλοοθωμανική άποψη του Πατριαρχείου.

Όταν το προσκυνημένο Πατριαρχείο καλούσε τους πιστούς του να δείχνουν υπακοή στον σουλτάνο, οι Έλληνες επαναστάτες ψήφιζαν στη Β΄ Εθνοσυνέλευση το 1822 τη διακήρυξη που έλεγε: «[…] εις το όνομα του ελληνικού έθνους, του οποίου νομίμως φέρει την πληρεξουσιότητα και κηρύττει σήμερον κατ’ επανάληψιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, την πολιτικήν των Ελλήνων ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν […] από τον άρπαγα Σουλτάνον και να ανεξαρτηθώμεν εντελώς […] διά την δόξαν της αγίας ημών πίστεως και την ευτυχίαν των ανθρώπων».

 Όταν ο ηγούμενος του μοναστηριού του Μεγάλου Σπηλαίου Δαμασκηνός απαντούσε στον Ιμπραήμ τον Ιούνιο του 1827 «ημείς διά να προσκυνήσωμεν είναι αδύνατον, διότι ήμεθα ορκωμένοι εις την πίστιν μας ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν πολεμούντες», έχει διαχωρίσει διά παντός τη σχέση του με τους δουλόφρονες πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης.

►   Τελικά: Για ποιους αγώνες της επίσημης Εκκλησίας στην Ελληνική Επανάσταση μπορούμε να μιλάμε; Μάλλον για αγώνες κατά της Επανάστασης. Εάν, όμως, με τον όρο Εκκλησία εννοούμε τους απλούς ορθόδοξους Έλληνες, τότε, ναι, αυτοί, παρά τις δυσκολίες τους και τους φόβους τους, συμμετείχαν στον Αγώνα. Εάν εννοούμε τους μοναχούς στα μοναστήρια, τους κατώτερους κληρικούς αλλά και ένα σοβαρό ποσοστό των ιεραρχών που ζούσαν δίπλα στο ποίμνιό τους, ναι, προσέφεραν στον Αγώνα.

►       Και ενώ είναι απόλυτα τεκμηριωμένη η αντεπαναστατική στάση του Πατριαρχείου, τόσο η εκπαίδευση όσο και η δημόσια σφαίρα συνεχίζουν να προβάλλουν μια παραποιημένη εικόνα. Η Εκκλησία έχει κατορθώσει να ιδιοποιηθεί την Επανάσταση, δίνοντας αποκλειστικά θετική εικόνα για το ρόλο της. Πώς τα κατάφερε;

►    Διαπιστώνοντας η Εκκλησία ότι, παρά την αρνητική της στάση απέναντι στην Επανάσταση, η τελευταία πέτυχε, αποφάσισε να συμπορευτεί με το νέο κράτος στην κατασκευή μιας κυρίαρχης εθνικοθρησκευτικής ιδεολογίας. Έτσι, από κοινού Κράτος και Εκκλησία από τη μια προέβαλαν μύθους, που τους παρουσίασαν ως ιστορικά γεγονότα («ύψωση του λαβάρου στην Αγία Λαύρα», «κρυφό σχολειό», «εθνομάρτυρας Γρηγόριος Ε΄» κ.λπ.), και από την άλλη συστηματικά υποβάθμισαν ή αποσιώπησαν ή και διαστρέβλωσαν γεγονότα που αποδείκνυαν την αντεπαναστατική στάση της Εκκλησίας (αφορισμός των κλεφτών του Μοριά, αφορισμός της Ελληνικής Επανάστασης, καταδίωξη διαφωτιστών, προπαγάνδα κατά του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους κ.λπ.).

 ►         Η επίσημη Εκκλησία φρόντισε να προστατεύσει πρώτα και κύρια τον εαυτό της. Γιατί διαφορετικά υπήρχε πληθώρα γεγονότων και παραδειγμάτων, που αποδείκνυαν τη συμβολή του κλήρου στην Επανάσταση, όπως αναφέραμε παραπάνω. Όμως, δεν την ενδιέφερε τόσο ο Αθανάσιος Διάκος και ο Παπαφλέσσας όσο ο Καλλίνικος Ε΄ και ο Γρηγόριος Ε΄. Και για να καλύψει την αντεπαναστατική της στάση, έπρεπε να πείσει πως αυτή ξεκίνησε τον Αγώνα στην Αγία Λαύρα. Και για όλα αυτά έδωσε και δίνει μάχες…

Υ.Γ.

Ας μη βιαστούν κάποιοι να με … διαολοστείλουν με όσα παραπάνω έχω αναφέρει για το Πατριαρχείο. Θα τους παρακαλούσα να μελετήσουν πρώτα με μεγάλη προσοχή όσα κείμενα/πηγές ανέφερα. Ας προσπαθήσουν να βρουν και να διαβάσουν κι άλλες σχετικές με το θέμα αυτό μελέτες. 

Αργοστόλι, 4-4-2022                                                                            [Στο επόμενο η ενότητα ΙΙΙ]

ΑΚΟΜΗ ΤΟ 1821 (ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ) ΔΙΧΑΖΕΙ;

Πέτρος Πετράτος

ΙΙΙ. Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821

          Και ερχόμαστε στο δεύτερο θέμα μας: Υπήρξε εθνική ενότητα κατά τη διάρκεια του Αγώνα; Ήταν εθνική ή κοινωνική η Ελληνική Επανάσταση;

          Το επίμαχο δημοσίευμα – για να θυμηθούμε τι έλεγε – από τη μια διατύπωνε με βεβαιότητα ότι ο ομιλητής «υποστήριξε -λίγο πολύ- ότι η επανάσταση του 1821 ήταν προϊόν ταξικού χαρακτήρα και όχι εξέγερση του Έθνους για την ανεξαρτησία του» και από την άλλη έγραφε: «φέρεται να είπε μεταξύ άλλων ότι “δεν ήταν η εθνική ενότητα που τροφοδότησε την Εθνική Επανάσταση αλλά τα οικονομικά συμφέροντα της τάξης των καπιταλιστών και των συμμάχων τους”».

          Υπογραμμίζουμε προκαταβολικά ότι το θέμα αυτό, ο χαρακτήρας δηλαδή της Ελληνικής Επανάστασης, έχει στις βασικές του διαστάσεις μελετηθεί από τους ειδικούς και είναι πλούσια η σχετική βιβλιογραφία. Εμείς, όμως, για λόγους οικονομίας δε θα κάνουμε βιβλιογραφικές παραπομπές. Ό,τι βέβαια αναφέρουμε έχει την τεκμηρίωσή του και είμαστε στη διάθεση του καθένα να τον ενημερώσουμε.

●       Θα ξεκινήσω κάπως ανορθόδοξα, υποβάλλοντας κάποια ερωτήματα;

▬ Μια πρώτη «αφελέστατη» ερώτηση: Σήμερα υπάρχει εθνική ενότητα; Μπορεί κάποιος να μιλήσει για εθνική ομοψυχία; Τα κόμματα – έστω αυτά που εκπροσωπούνται στη Βουλή –  συμφωνούν, είτε σε επίπεδο στρατηγικής, είτε σε επίπεδο τακτικής, είτε και στα δύο, συμφωνούν μεταξύ τους σε θέματα «εθνικής» σημασίας, όπως π.χ. η εξωτερική πολιτική, η παιδεία, η υγεία κ.λπ.; Μάλλον όχι.

▬ Μια δεύτερη εξίσου «αφελέστατη» ερώτηση: Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία, όπως κάθε άλλη εθνικού τύπου κοινωνία (η γαλλική, η γερμανική, η τουρκική, η αμερικανική, η ινδική, η αιγυπτιακή κ.λπ.) δεν είναι δομημένη σε κοινωνικές ομάδες, σε κοινωνικές τάξεις; Και για να εντάσσονται οι πολίτες σε διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες και ομάδες, δε θα έχουν και διαφορετικές επιδιώξεις, διαφορετικά συμφέροντα, διαφορετικά οράματα; Γιατί, αν δεν είχαν διαφορετικά συμφέροντα, δε θα βρίσκονταν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και ομάδες.

▬ Επομένως, γιατί κάτι ανάλογο να μη συνέβαινε και τότε, στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας, στα χρόνια της Επανάστασης; Η κύρια διαφορά με εκείνη την εποχή εντοπίζεται στην ύπαρξη, τότε, του Οθωμανού κατακτητή. Παρά την ύπαρξη, όμως, του κατακτητή, όλοι οι υπόδουλοι Έλληνες βρίσκονταν στην ίδια οικονομική και κοινωνική κατάσταση; Δεν υπήρχαν π.χ. φτωχοί και πλούσιοι υπόδουλοι Έλληνες; Το ίδιο «μετρούσε» ο απλός σκαφτιάς με το μεγαλέμπορο ή ή ο τσοπάνης με το  μεγαλοκαραβοκύρη – τόσο ανάμεσα στους ίδιους τους υπόδουλους ομοεθνείς του όσο και απέναντι στον Οθωμανό κυρίαρχο; Δεν υπήρχαν λιγότερο ή περισσότερο ή και καθόλου μορφωμένοι υπόδουλοι Έλληνες;

▬ Και, τέλος, πώς εξηγούνται οι δύο εμφύλιοι πόλεμοι, που συνέβησαν στα χρόνια της Επανάστασης από το φθινόπωρο του 1823 μέχρι το Φεβρουάριο του 1825; (Να θυμίσω εδώ ότι αφορμή – αφορμή, όχι αιτία – του πρώτου εμφυλίου ήταν Κεφαλονίτης αγωνιστής: Όταν το Βουλευτικό Σώμα με τον Μαυροκορδάτο επικεφαλής θα καθαιρέσει αυθαίρετα από μέλος του Εκτελεστικού Σώματος τον Ανδρέα  Μεταξά, υποστηρικτή του Κολοκοτρώνη, θα δοθεί η αφορμή της εμφύλιας σύγκρουσης). Σήμερα κανένας σοβαρός μελετητής αλλά και απλός φιλίστορας δεν αγνοεί το, οδυνηρό βέβαια, γεγονός της εμφύλιας αναμέτρησης.

▬ Γιατί, λοιπόν, χύθηκε ελληνικό αίμα από Έλληνες; Γιατί π.χ. οι Ρουμελιώτες ρημάξανε το Μοριά; Μήπως οι εμφύλιοι πόλεμοι εξηγούνται – όπως θέλουν κάποιοι να μας παραπλανούν – από την «αιώνια κατάρα της φυλής μας, τη διχόνοια»; Μα η διχόνοια πώς προέκυψε; Ήθελαν οι υπόδουλοι Έλληνες να βρίσκονται – έτσι, για να κάνουν κάτι – σε διχόνοια; Αλλά και σε άλλους λαούς, που σημειώθηκαν εμφύλιες συγκρούσεις, κι εκεί έφτασε η … κατάρα της «δικής» μας φυλής;

▬ Όποιος διαβάσει τα Απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821 ή όποιος μελετήσει τα έγγραφα του Αγώνα θα βρει ικανοποιητικές απαντήσεις. Αναφέρω ένα συνταρακτικό γεγονός που αφορά σε «δικό» μας αγωνιστή, στον Κωνσταντίνο Μεταξά, που πολέμησε στο Λάλα και αλλού. Το 1822 είχε οριστεί, μαζί με άλλους, ως αρμοστής στο Αιγαίο, με εντολή της επαναστατικής Διοίκησης να οργανώσει τα νησιά και να εισπράξει τις χρηματικές εισφορές για την ενίσχυση του ελληνικού στόλου. Ο ίδιος γράφει στα Απομνημονεύματά του ότι κινδύνευσε τουλάχιστο δυο φορές να τον συλλάβουν νησιώτες Έλληνες (χαρακτηριστική και αρκετά επεισοδιακή ήταν η περίπτωση στη Σαντορίνη) και να τον παραδώσουν στον Οθωμανό ναύαρχο. Άραγε, γιατί το έκαναν αυτό οι Έλληνες συμπατριώτες του; Γιατί δεν τους άρεσε ο Μεταξάς; Επειδή ήταν άραγε … Κεφαλονίτης; Όχι, φυσικά. Απλά οι νησιώτες εκείνοι των Κυκλάδων ήταν κατά της Επανάστασης. Δεν ήθελαν να ενισχύσουν τον ελληνικό στόλο, γιατί δεν τον είχαν ανάγκη, καθώς περνούσαν, όπως υποστήριζαν, πολύ καλά με τους Οθωμανούς και δεν επιθυμούσαν αλλαγές. Άρα, στην προκειμένη περίπτωση αποδεικνύεται έλλειψη εθνικής ομοψυχίας και ενότητας. Εκτός αν λέει ψέματα ο Κ. Μεταξάς…

●   Μετά από αυτά τα ερωτήματα ας δούμε σύντομα την κοινωνική εικόνα των οθωμανοκρατούμενων ελληνικών περιοχών, έχοντας βέβαια στο μυαλό μας τουτοδώ το βασικό:          Στην ανθρώπινη κοινωνία λειτουργούν αντικειμενικοί παράγοντες, που προκαλούν τις κοινωνικές λειτουργίες, οι οποίες έτσι προωθούν την ανθρώπινη ιστορία.  Ή, με άλλα λόγια, η κοινωνία έχει τη δομή της και η κοινωνική εξέλιξη τους νόμους της.

          Η οθωμανική κατοχή υπήρξε για τον υπόδουλο ελληνικό λαό πολύ σκληρή, αν και κάποιες κοινωνικές ομάδες εξαιτίας της θέσης τους στο διοικητικό μηχανισμό και στην οικονομική διαδικασία βίωσαν με διαφορετικό, με καλύτερο τρόπο, την κατάκτηση. Πάντως, πριν ξεκινήσει η Επανάσταση, έχουν παγιωθεί οι εξής κοινωνικές ομάδες, χωρίς ωστόσο να αποκλείονται διαφοροποιήσεις μέσα στην ίδια κοινωνική τάξη ή ομάδα, ανάλογα με τις οικονομικές εξελίξεις και τις πολιτικές συγκυρίες:

▬ Ο πατριάρχης και η ανώτατη ιεραρχία φρόντιζαν για τη συνοχή του ποιμνίου και την ανεμπόδιστη διατήρηση της σουλτανικής εξουσίας, εκτός από αξιοπρόσεκτες εξαιρέσεις σε τοπικούς επισκόπους και τον κατώτερο κλήρο.

▬ Οι Φαναριώτες είχαν ενταχθεί και υπηρετούσαν την οθωμανική διοίκηση.

▬ Οι κοτζαμπάσηδες/προεστοί ήταν υπόλογοι στους κατακτητές με σημαντική όμως οικονομική και πολιτική δύναμη και χωρίς διάθεση για αλλαγή του υπάρχοντος καθεστώτος.

▬ Οι έμποροι και οι πλοιοκτήτες, συνδεόμενοι σιγά-σιγά με τμήματα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, αποτέλεσαν τα πρώτα φύτρα της αστικής τάξης και ζητούσαν την ανατροπή της οθωμανικής κυριαρχίας.

▬ Οι λόγιοι, οι μορφωμένοι, οι διανοούμενοι της εποχής προσπαθούσαν στο μεγαλύτερό τους ποσοστό να διαδώσουν τα φώτα της επιστήμης και τις ιδέες του Διαφωτισμού.

▬ Ο υπόλοιπος λαός (αγρότες, ναύτες εργαζόμενοι σε βιοτεχνίες) με πολύ κόπο επιβίωνε και επιθυμούσε αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης.

           Για το Πατριαρχείο και τον ορθόδοξο κλήρο γράψαμε στην ενότητα ΙΙ. Γύρω από το Πατριαρχείο ανδρώθηκε η ομάδα των Φαναριωτών, που αξιοποιήθηκε από τη σουλτανική διοίκηση. Από την άλλη πλευρά, το κοινοτικό σύστημα, που διατηρήθηκε και ενισχύθηκε, εξυπηρέτησε τους κατακτητές κυρίως στη συγκέντρωση των φόρων, συνέβαλε όμως στην καλλιέργεια του αυτοδιοικητικού πνεύματος και της κοινωνικής αλληλεγγύης, παρ’ όλο που οι τοπικοί  άρχοντες (κοτζαμπάσηδες/προεστοί) στην πλειοψηφία τους προέρχονταν από τους «φρονιμότερους» της περιοχής και όφειλαν να κρατούν την κοινότητα σε υποτέλεια. 

          Το τιμαριωτικό οθωμανικό σύστημα ευνόησε αρχικά την κλειστή αγροτική οικονομία, η οποία μετά το 16ο αιώνα, όταν δέχτηκε τις επιδράσεις από τη διείσδυση του δυτικού εμπορίου στην Ανατολή, ευνόησε τις μονοκαλλιέργειες, οι οποίες επέτρεψαν σε μεγάλο βαθμό τον εκχρηματισμό της οικονομίας. Το χρήμα, όμως, πέρασε στα χέρια ενός μικρού αριθμού ιδιοκτητών γης –περισσότερο μουσουλμάνων και λιγότερο χριστιανών. Πάντως, η πλειονότητα των υπόδουλων Ελλήνων ζούσε μέσα στη φτώχεια και την αβεβαιότητα, καθώς υφίστατο τις συνέπειες ενός άδικου φορολογικού συστήματος αλλά και την αρπακτικότητα των κρατικών οργάνων, οθωμανικών και ελληνικών.

          Ωστόσο, η ανάπτυξη του εμπορίου, της βιοτεχνίας και της ναυτιλίας από τα μέσα του 17ου αιώνα έδωσε τη δυνατότητα σε σημαντικό τμήμα του υπόδουλου πληθυσμού να βελτιώσει οικονομικά τη ζωή του. Τα ταξίδια αυτών των εμποροβιοτεχνών και ναυτικών μέσα κι έξω από τον ελληνικό χώρο, οι ασφυκτικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζούσαν, εμπορεύονταν και δημιουργούσαν, τους έπεισαν για την αναγκαιότητα σύμπηξης συντεχνιών αλλά και για την αναγκαιότητα της μόρφωσης και της ίδρυσης ενός δικτύου σχολείων με προοδευτικούς δασκάλους, που θα προετοίμαζαν τους νέους για την ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης. Παράλληλα, η συνδρομή των ελληνικών παροικιών υπήρξε ουσιαστική.

 ►        Μέσα από αυτές τις αστικές ομάδες των υπόδουλων Ελλήνων θα ξεπηδήσει η κινητήρια δύναμη της Επανάστασης. Έχει γράψει χαρακτηριστικά ο αγωνιστής του 1821 Ιωάννης Φιλήμων, γραμματέας του Δημήτριου Υψηλάντη και μετέπειτα ιστοριογράφος: «Η γενναία σύλληψις» της Φιλικής Εταιρείας και κατ’ επέκταση της Επανάστασης «απέκειτο τη μέση τάξει, τη εμπορική». «Έμποροι εν Μόσχα εκυοφόρησαν»,  «έμποροι εν Οδησσώ εμαιεύσαντο» και «έμποροι εν Κωνσταντινουπόλει εθήλασαν ταύτην», τη Φιλική Εταιρεία και κατ’ επέκταση την Επανάσταση.

●      Στο μεταξύ, στις αρχές του 19ου αιώνα με το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων η επαναδραστηριοποίηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων στην ανατολική Μεσόγειο οδήγησε σε  σοβαρή κρίση την οικονομική δραστηριότητα των Ελλήνων εμπόρων και ναυτικών με συνέπειες σε όλες σχεδόν τις κοινωνικές ομάδες. Παράλληλα, την ίδια περίοδο οξύνεται η σύγκρουση ανάμεσα στους ριζοσπαστικούς κύκλους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού με το Πατριαρχείο, όπως αναφέραμε στην ενότητα ΙΙ. Και επιπλέον, η αντιπαράθεση και σύγκρουση του Αλή πασά με τον σουλτάνο, στην οποία εμπλέκονται και ομάδες των υπόδουλων Ελλήνων, επιτείνει την κρίση στα νότια Βαλκάνια. Οι συνθήκες είναι πρόσφορες για το ξέσπασμα της Επανάστασης.

          Άρα, θα ξεκινήσει η Ελληνική Επανάσταση με δεδομένη την ταξικότητα της υπόδουλης ελληνικής κοινωνίας. Οι οικονομικές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις δε θα απαλειφθούν με την έναρξη του απελευθερωτικού Αγώνα. Αντίθετα, θα καταστούν ακόμη περισσότερο σύνθετες. Παράλληλα με τις ταξικές αντιθέσεις θα εμφανιστούν και οι προσωπικές φιλοδοξίες και οι τοπικοί ανταγωνισμοί. Κατά το διάστημα της Επανάστασης θα προκληθούν ποικίλες εσωτερικές διενέξεις και συγκρούσεις αλλά και δύο εμφύλιοι πόλεμοι. Η διαχείριση των δύο αγγλικών δανείων καθώς και το ευρύτερο ζήτημα των σχέσεων με τις Μεγάλες Δυνάμεις θα περιπλέξει ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

         Αλλά κι αν ακόμη δεχτεί κάποιος ότι ο ξεσηκωμός του 1821 ήταν η συνισταμένη μιας ενιαίας θέλησης, μιας κοινής προσπάθειας, στην οποία συμμετείχε η πλειοψηφία του υπόδουλου ελληνισμού, στο επόμενο βήμα της Επανάστασης θα επικεντρωθεί η διαφωνία. Γιατί το ζητούμενο είναι: Και μετά την αποτίναξη του κατακτητή τι; Ποια κοινωνική δύναμη θα έχει κυρίαρχο λόγο στη διοίκηση των ελεύθερων εδαφών; Θα υπάρξει κεντρική εξουσία; Θα συγκροτηθεί ανεξάρτητο εθνικό αστικό κράτος; Πώς θα επιλυθεί το θέμα της αξιοποίησης των λεγόμενων εθνικών κτημάτων, το οποίο από την εποχή των εμφυλίων πολέμων προκάλεσε σοβαρές ιδεολογικοπολιτικές συγκρούσεις: οι καραβοκύρηδες ήθελαν να δοθούν τα εθνικά κτήματα ως υποθήκη για τη σύναψη δανείων, οι κοτζαμπάσηδες ζητούσαν την εκποίησή τους, ώστε να τα αγοράσουν οι ίδιοι, οι οπλαρχηγοί απαιτούσαν να τους δοθούν ως αντάλλαγμα για τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες και ο απλός λαός της υπαίθρου παρακαλούσε να διανεμηθούν στους ακτήμονες κάθε περιοχής.

►    Τελικά: Το επίσημο εθνικό  αφήγημα, που αντιμετωπίζει περίπου ως φυσική τη συμμετοχή όλων των Ελλήνων στην Επανάσταση του 1821, καθώς κάνει λόγο για εθνική ομοψυχία και ενότητα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της εποχής. Η επίσημη ιστοριογραφία εστιάζει αποκλειστικά στον εθνικό χαρακτήρα. Αλλά αυτή η ιστορική θεώρηση, προσπαθώντας να δώσει μια αφομοιωτική και ενοποιητική ιδεολογία, δεν μπορεί να απαντήσει στις ποικίλες ιδεολογικοπολιτικές αλλά και αιματηρές μεταξύ των αγωνιστών συγκρούσεις – ή μάλλον τις εξηγεί με βάση τη «διχόνοια»…

►     Από την άλλη, είναι πια ξεπερασμένο το δίλημμα αν ήταν εθνική ή κοινωνική η Επανάσταση του 1821. Είναι προφανής ο εθνικός της χαρακτήρας, αλλά, όπως κάθε επανάσταση, έχει να λύσει το σύνθετο πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων. Άρα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και ο κοινωνικός χαρακτήρας του Αγώνα. Η σύγχρονη ιστοριογραφία δέχεται και τον κοινωνικό χαρακτήρα της Επανάστασης.

►     Με άλλα λόγια, η Ελληνική Επανάσταση του 1821 είναι ενταγμένη μέσα στο επαναστατικό κλίμα του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα και στηριγμένη στις ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Είναι μια επανάσταση  εθνικοαπελευθερωτική στη μορφή της και αστικοδημοκρατική στο περιεχόμενό της.

Αργοστόλι, 5-4-2022                                                    [Ακολουθεί η τελευταία – IV – ενότητα]

ΑΚΟΜΗ ΤΟ 1821 (ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ) ΔΙΧΑΖΕΙ;

Πέτρος Πετράτος

IV. Η «ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΗ» ΕΝΕΡΓΕΙΑ

          Κι ας έρθουμε τώρα σε μια «παράπλευρη» ενέργεια του όλου επεισοδίου. Αναφερόμαστε σε σύντομη ενυπόγραφη επιστολή συμπολίτη μας, που αναρτήθηκε στην ίδια με το αρχικό επίμαχο δημοσίευμα τοπική ενημερωτική ιστοσελίδα στις 30-3-2022, με τίτλο «Βαγγέλης Μαζαράκης: “Τα ορφανά του Στάλιν με τις δεξιές τσέπες και η διαστρέβλωση της αλήθειας μέσα στον Μητροπολιτικό Ναό Αργοστολίου”» και συνοδευόταν με μια φωτογραφία έξοχης σημειολογίας. Σημειώνουμε εδώ ότι είχε στο μεταξύ αναδημοσιευτεί το ίδιο κείμενο από τη σελίδα του συντάκτη του στο facebook σε άλλη τοπική ειδησεογραφική ιστοσελίδα. Από τη στιγμή που η συγκεκριμένη ενυπόγραφη επιστολή δημοσιεύτηκε/αναρτήθηκε, μπορούμε κι εμείς ενυπόγραφα να τη σχολιάσουμε, όπως και όσα εμείς γράψαμε και γράφουμε μπορούν από τον οποιοδήποτε αναγνώστη τους να σχολιαστούν.

          Τι μας λέει ο συντάκτης της σχετικής επιστολής;

1. Μας πληροφορεί ότι ο ίδιος τα τελευταία χρόνια απέχει από δοξολογίες, επειδή οι «πάσης φύσεως και κατεύθυνσης αριστεροί» ομιλητές «συνηθίζουν να προκαλούν με την ιδεολογική τους εμμονή στην διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων», στα οποία, εννοείται, αναφέρονται αυτοί οι ομιλητές κατά την εκφώνηση του πανηγυρικού τους.

►Λογικό συμπέρασμα: Μόνο οι «αριστεροί» ομιλητές χαρακτηρίζονται από «ιδεολογική εμμονή στη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων». Προφανώς όλοι οι άλλοι μη αριστεροί ομιλητές, όπως π.χ. οι κεντρώοι, οι δεξιοί, ή οι ακροδεξιοί ομιλητές, δεν έχουν τέτοιες «εμμονές» στη «διαστρέβλωση» «ιστορικών γεγονότων».

►Λογική απορία: Για να μπορεί ο ίδιος ο συντάκτης της σχετικής επιστολής να κρίνει ότι οι «αριστεροί» – μόνο – ομιλητές φτάνουν στη διαστρέβλωση των γεγονότων της ιστορίας, αναρωτιόμαστε ποια ιστορικά συγγράμματα συμβουλεύεται, ποια ιστορικά επιστημονικά συνέδρια παρακολουθεί, με ποια μέθοδο κατανοεί τα πορίσματα της ιστορικής επιστήμης και άρα είναι σε θέση να διαπιστώνει, σχετικά άνετα και εύκολα, όπως φαίνεται, τις διαστρεβλώσεις που οι «αριστεροί» – μόνο – ομιλητές επιφέρουν στα ιστορικά γεγονότα.

2. Μας πληροφορεί ότι παλιότερα ο μακαριστός Σπυρίδων διέκοψε τον ομιλητή (δε διευκρινίζει αν ήταν «αριστερός» ή «δεξιός» εκείνος ο ομιλητής), επειδή «τόλμησε», ανήμερα πάλι της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου, να εκφωνήσει «αντιεκκλησιαστικό λόγο» μέσα στο μητροπολιτικό ναό.

►Ενημέρωση πρώτη: ο ομιλητής εκείνος ονομαζόταν Πέτρος Πετράτος.

►Ενημέρωση δεύτερη: ο ομιλητής εκείνος ήταν φιλόλογος, που προσπαθούσε να κάνει σωστά τη δουλειά του στο σχολείο και απ’ ό,τι γνωρίζω «δεν τον πλήρωνε το κράτος για να κάνει γενίτσαρους τα παιδιά» του κόσμου, όπως μας πληροφορεί σε άλλο σημείο της επιστολής του ο συντάκτης της.

►Ενημέρωση τρίτη: Ευτυχώς που τότε δεν έγινε αποδεκτή η πρόταση του μακαριστού Σπυρίδωνα στην Ιερά Σύνοδο και στο Υπουργείο Παιδείας να απομακρυνθεί ο συγκεκριμένος ομιλητής από την Κεφαλονιά, γιατί γύρευε πού θα τον έστελναν: στους Βαρδιάνους ή στο Δία – εκεί δηλαδή που έστελνε ο επί Αγγλοκρατίας προκάτοχός του μητροπολίτης Κοντομίχαλος τους απείθαρχους, ανυπάκουους ριζοσπάστες ή φιλοριζοσπάστες (σαν να λέμε σήμερα τους αριστερούς ή φιλοαριστερούς) ιερωμένους –  ή  σε κανένα ξερονήσι του Αιγαίου…

3. Mας πληροφορεί ότι το γεγονός που συνέβη με τον Η. Τουμασάτο στο μητροπολιτικό ναό δεν το γνωρίζει «από ιδίαν αντίληψη». Ωστόσο, παρόλο που δε γνωρίζει «τον συγκεκριμένο κύριο», έχει το θάρρος να δηλώνει ότι δεν τρέφει κανένα είδος σεβασμού προς τον «κύριο αυτόν», «όποιος κι αν είναι, ό,τι και αν κάνει». …

► Δηλαδή: πάρ’ τ’ αυγό και κούρευτο…

4. Μας πληροφορεί ότι υπάρχουν κάποια απροστάτευτα παιδιά, «ορφανά του Στάλιν» τα χαρακτηρίζει, τα οποία, λέει, «ψάχνουν» να βρουν κάποιο  ρόλο μέσα στην κοινωνία και τα οποία δεν ξέρουν, λέει, να κάνουν τίποτε άλλο από το «να θέλουν να μας κάνουν πλύση εγκεφάλου», χρησιμοποιώντας μάλιστα «τη βία», όπως γράφει ο ίδιος ο συντάκτης της επιστολής.

►Ερώτημα πρώτο: Ποιους θεωρεί «ορφανά του Στάλιν»; Μήπως – ρωτάω, δεν ξέρω – τους αριστερούς; Θα μπορούσαμε να τον ρωτήσουμε αν υπάρχουν «ορφανά του Τσώρτσιλ»; Ή μήπως διαφωνεί ο ίδιος ο συντάκτης της επιστολής ότι δεν υπάρχουν «ορφανά του Χίτλερ»; Με  παρόμοια λογική με τη δική του θα μπορούσαμε να λέγαμε ότι οι ακροδεξιοί είναι «ορφανά» – «νόμιμα» ή «μούλικα» δεν έχει σημασία – του Χίτλερ; Ερώτηση κάνουμε…

►Ερώτημα δεύτερο: Γιατί οι τρόφιμοι του «σταλινικού ορφανοτροφείου» έχουν «δεξιές τσέπες»; Πέρασαν μήπως από «δεξιό» ράφτη;…. Τα «ορφανά» παιδιά του Χίτλερ λέτε να έχουν  «ακροδεξιές» τσέπες – υπάρχουν τέτοιες άραγε; Πάντως… κωλότσεπες έχουν.

5. Καταλογίζει ευθύνες

▬ σε «όποιον τον όρισε [τον Τουμασάτο] ως ομιλητή»,

▬ στον Μητροπολίτη για «υποχωρητικότητα και ανοχή», καθώς θα έπρεπε να είχε διακόψει τον ομιλητή (όπως είχε κάνει παλιότερα ο μακαριστός Σπυρίδων) και να έπαιρνε ο ίδιος ο Μητροπολίτης το λόγο και να μιλούσε (πρωτοτυπώντας έτσι σε σχέση με τον μακαριστό Σπυρίδωνα).

6. Διαπιστώνει ευθαρσώς ότι «δεν ήλθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα» – που σημαίνει, με βάση όσα έχει γράψει, ότι δε θα επιτραπεί να έρθουν οι αριστεροί να διώξουν τους δεξιούς ή – θα έλεγα εγώ – τους ακροδεξιούς…  

7. Και καταλήγει στην προτροπή: «αντίδραση δυνατή χρειάζονται όλοι αυτοί οι τυμβωρύχοι της ιστορίας και όχι υποχωρητικότητα και ανοχή».

►Με άλλα λόγια: «Απάνου τους – Βαράτε τους»…

▬ Κι εδώ «κολλάει» η φωτογραφία που συνοδεύει την «εν λόγω» επιστολή στη συγκεκριμένη ανάρτηση, δίνοντας μια αξιοπρόσεκτη σημειολογία: εικονίζεται ο συντάκτης της επιστολής αυτής σ’ έναν καλονάρκο κάποιας εκκλησίας, με βιβλία εκκλησιαστικά γύρω του και ένα σταυρό από πίσω του – ψάλτης θα είναι, άνθρωπος δηλαδή της Εκκλησίας…

▬ Με το συμπολίτη-συντάκτη της «εν λόγω» επιστολής, όταν μέχρι χτες συναπαντιόμασταν στο δρόμο, ανταλλάσσαμε μια «καλημέρα». Αλλά κι από σήμερα, μετά τη δική του επιστολή και μετά το δικό μου παραπάνω σχολιασμό, εγώ λέω να συνεχίσω να του λέω «καλημέρα», εκτός αν εκείνος θέλει να του πω «καληνύχτα» – όχι «κακηνύχτα».

         Ας λάβει, πάντως, υπόψη του ότι είμαι «ορφανό του Στάλιν», «τυμβωρύχος της ιστορίας», «δημιουργός γενιτσάρων», «δεξιοτσεπίτης» (έχω δηλαδή «δεξιές τσέπες»), «εμμονικός ιδεολογικά», «διαστρεβλωτής της ιστορίας»… 

►Τελικά: Επειδή το κείμενο που παραπάνω σχολιάσαμε, είναι ένα δείγμα αντικομμουνιστικού λόγου, θα κάνουμε λίγες επισημάνσεις για το φαινόμενο του αντικομμουνισμού. Διευκρινίζω εξαρχής ότι άλλο πράγμα είναι η κριτική, ακόμη και η αυστηρή και σφοδρή κριτική της αριστερής ιδεολογίας και της κομμουνιστικής θεωρίας μέσα στο πλαίσιο ενός σωστού πολιτικού ή ιδεολογικού διαλόγου και άλλο πράγμα ο αντικομμουνισμός.

 ▬     Ο αντικομμουνισμός και ειδικότερα ο δημόσιος αντικομμουνιστικός λόγος έχει μελετηθεί από ειδικούς επιστήμονες, οι οποίοι διακρίνουν τέσσερις τάσεις αντικομμουνισμού, της αναρχικής πλευράς, των φασιστών, των συντηρητικών και των φιλελεύθερων. Γενικότερα, ο αντικομμουνισμός θεωρείται ως ένα ιδεολογικό ρεύμα, που είναι ενταγμένο σε ένα ιστορικό πλαίσιο και έχει και τις αιτίες του και τους στόχους του.

▬       Στην Ελλάδα – για να αναφέρουμε μερικές κομβικές περιπτώσεις – ο αντικομμουνισμός εγκαινιάζεται με θεσμική υπόσταση το 1924 με το Νομοθετικό Διάταγμα (ΝΔ) της 23ης Απριλίου 1924 «Περί κατοχυρώσεως του δημοκρατικού πολιτεύματος» (Κυβέρνηση Αλ. Παπαναστασίου), παρόλο που αρχική στόχευση των εμπνευστών ήταν οι μοναρχικοί.  Σταθεροποιείται με το γνωστό «ιδιώνυμο» του Ελ. Βενιζέλου (Νόμος 4229/1929), το οποίο, εκτός από τη φυλάκιση, εφάρμοζε και την εκτόπιση σε όποιον επιδίωκε «την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την διά βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της επικρατείας ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν».  – τιμωρούσε δηλαδή όχι μόνο την ενέργεια της ανατροπής αλλά και τη σκέψη, την ιδέα της ανατροπής…

 ▬     Η βασιλομεταξική δικτατορία έκανε τον Αναγκαστικό Νόμο (ΑΝ) 117 της 15ης Σεπτεμβρίου 1936 «Περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών», τον οποίο αντικατέστησε με ένα πιο σκληρό νομοθέτημα, τον ΑΝ 1075 της 10ης Φεβρουαρίου 1938 «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των πολιτών».   

▬       Κατά την περίοδο του Εμφυλίου το πράσινο φως για το τρομοκρατικό όργιο από κρατικές και παρακρατικές δυνάμεις δόθηκε με το λεγόμενο Γ΄ Ψήφισμα «Περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την δημοσίαν τάξιν και την ακεραιότητα του κράτους» και προέβλεπε τη λειτουργία έκτακτων στρατοδικείων, για να κορυφωθεί επί κυβέρνησης Σοφούλη-Τσαλδάρη με τον ΑΝ 509 της 27ης Δεκεμβρίου 1947 «Περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του Πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», ο  οποίος έθετε εκτός νόμου το ΚΚΕ και τις συναφείς οργανώσεις.  

▬      Σε όλη εκείνη την εμφυλιοπολεμική περίοδο αλλά και τις επόμενες δεκαετίες (κυρίως τη δεκαετία του 1950) η χώρα έζησε ένα χυδαίο αντικομμουνισμό, που έκανε λόγο για «ξενοκίνητο» και «προδοτικό» ΚΚΕ, για διακίνηση «πρακτόρων», για «κόκκινα ρούβλια» που έφταναν στη χώρα κ.λπ. Και εντάθηκε κατά τη διάρκεια της εφτάχρονης δικτατορίας των συνταγματαρχών (Χούντα), η οποία επέμεινε σε έναν ιδιότυπο «πατριωτικό» αντικομμουνισμό και έριξε βάρος στο χώρο της νεολαίας αναδιοργανώνοντας ιδιαίτερα το Σώμα Αλκίμων.

▬       Μεταπολεμικά και μέχρι τη Χούντα, ο αντικομμουνισμός αξιοποιήθηκε – λιγότερο ή περισσότερο – από το σύνολο των αστικών πολιτικών δυνάμεων και αρκετές φορές χρησιμοποιήθηκε ως μέσο πόλωσης. Στο δημόσιο αντικομμουνιστικό λόγο θα επικρατήσουν οι απόψεις εκείνες που με απόλυτο τρόπο θα υποστηρίζουν το διαχωρισμό ανάμεσα σε «εθνικόφρονες» Έλληνες και σε μη Έλληνες = κομμουνιστές, τη χρήση «κονσερβοκουτιών» από τους «ξενοκίνητους Εαμοβούλγαρους», που  δραστηριοποιούνταν για την παραχώρηση ελληνικών εδαφών σε γειτονικά κράτη. Και έτσι, χιλιάδες Έλληνες είτε άδικα εκτελέστηκαν, είτε άδικα βίωσαν τη βία και τα βασανιστήρια σε φυλακές, στρατόπεδα συγκέντρωσης και τόπους εξορίας, είτε με σακατεμένη τη ζωή τους συνέχιζαν τη βιοπάλη και τον πολιτικό τους αγώνα.

 ▬      Έπρεπε να πειστεί η κοινωνία και ειδικότερα η νέα γενιά ότι ο αριστερός, ο κομμουνιστής είναι εχθρός της χώρας. Και το Κράτος είχε ρίξει βάρος στο χώρο του στρατού και της εκπαίδευσης, γιατί ήθελε να εμπεδωθεί στη συνείδηση των μαθητών και των νέων ανθρώπων η εικόνα του κομμουνιστή και γενικότερα του αριστερού ως εχθρού, εξωτερικού και εσωτερικού, της χώρας μας. Έτσι, είχε δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: η εθνικοφροσύνη προϋπέθετε τον αντικομμουνισμό και συγχρόνως ο αντικομμουνισμός εκτρεφόταν από την εθνικοφροσύνη.

 ▬       Με τη Μεταπολίτευση (1974) ο αντικομμουνισμός στη χώρα μας άρχισε μια φθίνουσα πορεία, χωρίς βέβαια και να εκλείψει, καθώς κάποιες φορές εκφράζεται και από θεσμικούς παράγοντες. Πάντως, με το άρθρο 3 του ΝΔ 59 της 23ης Σεπτεμβρίου 1974 «Περί συστάσεως και επαναλειτουργίας πολιτικών κομμάτων» (Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή) καταργήθηκε ο ΑΝ 509/1947, οπότε και νομιμοποιήθηκε το ΚΚΕ (που είχε τεθεί εκτός νόμου από το 1947). Τελικά, με το νόμο 1863 της 18ης Σεπτεμβρίου 1989 η κυβέρνηση Τζανή Τζανετάκη προχώρησε στην άρση των συνεπειών του Εμφυλίου πολέμου.

 ►       Θα ρωτήσει ίσως κάποιος: τι σχέση έχουν όλα τα παραπάνω με το θέμα μας; Και βέβαια έχουν. Γιατί, η ιστορία, κυρίως η νεότερη, όπως το 1821, χρησιμοποιήθηκε πολλαπλά και πολυεπίπεδα από την αντικομμουνιστική ρητορεία. Δεν μας επιτρέπει ο χώρος να επεκταθούμε περισσότερο. Πάντως, η εναντίωση στην ιστορία, η εναντίωση στη μεθοδολογία της επιστήμης για τη διακρίβωση της αλήθειας είναι ταυτόσημη με την οπισθοδρόμηση, που μπορεί κάποτε να αγγίξει και τα όρια του φασισμού. Με άλλα λόγια, και στο στίβο της επιστήμης «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή»… 

Υ.Γ. Εδώ τελειώνουν όσα θέλαμε να γράψουμε. Εννοείται πως είναι ανοιχτά στο σχολιασμό, στην κριτική ακόμη και στην ανατροπή τους. Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας. Επειδή, στο μεταξύ, στην ίδια ειδησεογραφική ιστοσελίδα αναρτήθηκαν μόλις πρόσφατα, στο πλαίσιο προφανώς του διαλόγου για το 1821, δυο  κείμενα του παλιού μου μαθητή Τάσου Βαλλιανάτου, δικηγόρου σήμερα στην Αθήνα και Προέδρου της Κεφαλληνιακής Αδελφότητας Αθηνών, θα προσπαθήσω με αμέσως επόμενο κείμενό μου να δώσω κάποιες διευκρινίσεις και απαντήσεις.

Αργοστόλι, 6-4-2022                                                                      Πέτρος Πετράτος   

Διονύσιος Βούτος
Δημοσιογράφος
35 χρόνια στην δημοσιογραφία. Δημοσιογράφος ΕΡΤ
Back To Top